Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΛΟΓΙΑ – ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΑΓΓΕΛΟΛΟΓΙΑ – ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Βασική διάκριση της Ορθοδόξου Θεολογίας είναι η διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Άκτιστος, δηλ. αδημιούργητος, χωρίς αιτία δημιουργίας είναι μόνον ο Άγιος Τριαδικός Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Κτιστός, δηλ. δημιουργημένος, με αιτία δημιουργίας είναι ο νοερός και αισθητός κόσμος Ο άκτιστος, παντοδύναμος, άπειρος και πανάγαθος Άγιος Τριαδικός Θεός πριν δημιουργήσει τον κτιστό αισθητό, υλικό και ορατό αυτόν κόσμο, δημιούργησε τον κτιστό νοητό, πνευματικό και αόρατο κόσμο. Δημιούργησε τον κόσμο των αΰλων, των επουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων. Γι’αυτό λέει : «όταν εποίησα άστρα, ήνεσάν με άγγελοι». στήν αρχή, όταν δημιούργησε τούς Αγγέλους, τούς άφησε στην εξουσία τους. Ένας, λοιπόν, από τούς Αγγέλους, ο λεγόμενος Εωσφόρος, πρώτος ανάμεσα στούς Αγγέλους καί διορισμένος από τόν Θεό νά είναι αφέντης, αρχηγός σ’ ένα Αγγελικό Τάγμα, υπερηφανεύθηκε καί σκέφθηκε νά βάλει τόν θρόνο του πάνω από τόν Θεό. Καί παρευθύς μόνο πού τό συλλογίσθηκε, έπεσε κάτω στήν άββυσο της γης καί από Άγγελος, πού ήταν, έγινε διάβολος. Καί καταπόδι του, μαζί του πήγε όλο τό τάγμα του και έγιναν από φωτεινοί σκοτεινοί και από Άγγελοι δαίμονες. Άλλοι μέν έφθασαν έως τόν Άδη, άλλοι απέμειναν πάνω στή γή, άλλοι στό νερό, άλλοι στόν αέρα, αυτοί δηλ. πού λέγονται εναέρια τελώνια των ψυχών. Τότε, λοιπόν, όταν σχίσθηκε ο ουρανός καί έπεφταν οι δαίμονες, ο Μέγας Αρχιστράτηγος Μιχαήλ, βλέποντας την ελεεινή έκπτωση των Αγγέλων, κατενόησε την αιτία της πτώσεώς τους, και γι’αυτό με την υποταγή και την ταπείνωση, που έδειξε ως ευχάριστος δούλος και πιστός οικέτης προς τον Δεσπότην του Θεό, διεφύλαξε και την δική του δόξα και λαμπρότητα, που του χαρίσθηκε από τον Θεό, και την δόξα των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Γι’αυτό εξαιτίας αυτής της υποταγής και ευγνωμοσύνης του διορίσθηκε από τον Παντοκράτορα Θεό να είναι πρώτος των Αγγελικών τάξεων.

Αφού συγκέντρωσε και ένωσε σε ένα τους χορούς των Αγγέλων, φώναξε σ’αυτούς το «Πρόσχωμεν». Δηλ. ας προσέξουμε και ας καταλάβουμε τι έπαθαν αυτοί οι δαίμονες, που έπεσαν εξαιτίας της υπερηφανίας τους, οι οποίοι πριν από λίγο ήταν μαζί μας Άγγελοι και ας στοχασθούμε τι είναι ο Θεός και τι είναι ο Άγγελος. Διότι ο μεν Θεός είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Αγγέλων, οι δε Άγγελοι είμαστε δούλοι και κτίσματα του Θεού. Στάθηκε τότε στό μέσον τους καί είπε : «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού». Δηλ. σταθήτε καλά, σταθήτε μέ φόβο Θεού. Καί παρευθύς σέ όποια κατάσταση βρισκόταν τότε ο καθένας, σ’ αυτή καί στάθηκε, παρέμεινε. Αφού μ’αυτόν τον τρόπο ανύμνησε και δόξασε τον Θεόν των όλων, ανεβόησε εκείνο τον θείο και αγγελικό ύμνο μαζί με όλους τους Αγγέλους : «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου». 
Αυτό, λοιπόν, το μυστήριο παραλαμβάνοντας από αρχαία παράδοση και εμείς τήν σημερινή εορτή εορτάζουμε οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, όχι γιατί έπεσε ο διάβολος, αλλά γιατί σήμερα έγινε η σύσταση, η μάζωξη, η σύναξη των Αγγέλων, δηλ. η προσοχή, η ομόνοια και η ένωση.
Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει ότι, επειδή αυτό τό μυστήριο της Συνάξεως των Αγγέλων τό παρελάβαμε εξ αρχαίας παραδόσεως, καθώς γράφεται σέ πολλούς χειρόγραφους Συναξαριστές, θαυμάζει καί απορεί, πώς μερικοί, καί μάλιστα σοφοί, τόλμησαν νά πουν ότι αυτό είναι μύθος καί μυθάριον! Κατά τόν Μ. Βασίλειο, είναι αποστολικό παράγγελμα τό νά κρατούμε τίς παραδόσεις, πού παρελάβαμε. Καί αυτοί, πού τό λένε αυτό, αλλού πολλά λένε περί φυλακής των Εκκλησιαστικών παραδόσεων, όπου βέβαια αυτή τήν αρχαία παράδοση βεβαιώνουν καί άλλοι, εκ των οποίων ένας είναι ο Φιλαλδελφείας Μακάριος ο χρυσοκέφαλος, στούς δύο λόγους του «Εις τούς ταξιάρχας» καί «Εις τά εννέα τάγματα». Αν καί προβάλλουν ότι στήν ουράνια ιεραρχία υπάρχει τάξη απαράβατη νά φωτίζονται καί νά τελειώνονται οι κατώτερες τάξεις των Αγγέλων από τίς ανώτερες, αποκρίνεται ο Όσιος Νικόδημος ότι όντως αυτό αληθεύει, όσο καιρό μένει ασύγχυτη η τάξη κάθε χοροστασίας.
Από το μυστήριο αυτό της Συνάξεως των Αγγέλων πήραν οι λειτουργιολόγοι άγιοι Πατέρες, ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο Μ. Βασίλειος και ο ιερός Χρυσόστομος τις φράσεις «Πρόσχωμεν» και «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου» και τις ενέταξαν στις Θείες Λειτουργίες, που συνέγραψαν.
Άγγελος σημαίνει αγγελιοφόρος, διαγγελεύς, δηλ. αυτός που αγγέλει, αναγγέλει στους ανθρώπους τα θελήματα του Θεού. Ο Άγγελος είναι φύσις νοερά, δηλ. κανένας δεν μπορεί να την καταλάβει. Είναι και αεικίνητος, δηλ. κινείται πάντοτε, όπως και ο νους του ανθρώπου, ο οποίος ποτε δεν στέκεται σ’ένα τόπο, αλλά περπατά από τόπο σε τόπο. Είναι και αυτεξούσιος ο Άγγελος, δηλ. ο Θεός δεν τον κρατά ως Άγγελο, αν θέλει να γίνει κακός, γιατί, αν τον κρατούσε, ο διάβολος δεν θα γινόταν από Άγγελος, που ήταν πρώτα, διάβολος. Είναι και ασώματος, δηλ. δεν έχει σώμα, κορμί σαν τον άνθρωπο, ούτε μάκρος έχει, ούτε πλάτος, ούτε βάθος. Είναι πάντοτε υπηρέτης του Θεού, γιατί υπηρετεί τον Θεό σε έργα και σε δοξολογίες. Σε έργα μεν, γιατί τον στέλνει ο Θεός τον Άγγελο και κάνει ό,τι του ορίσει, ή ψυχή να πάρει ή άγιο να υπηρετήσει ή όραση να δείξει ή να κάνει κάποια άλλη θεϊκή υπηρεσία. Σε δοξολογίες δε, γιατί υμνεί τον Θεό και δοξάζει την άπειρή Του δύναμη.
Ποια είναι η φύση των Αγγέλων και τι είδος και ομοίωμα έχουν, κανείς δεν ξέρει, παρά μόνο αυτός ο Θεός, που τους έπλασε.
Έχουν και αθανασία οι Άγγελοι, γιατί ποτέ δεν αποθνήσκουν, ούτε φθείρονται, ούτε χάνονται. Ασώματοι δε λέγονται οι Άγγελοι εν συγκρίσει με το δικό μας σώμα. Εν συγκρίσει, όμως, με τον Θεό βρίσκονται παχείς και υλικοί. Είναι και τρεπτοί οι Άγγελοι κατά γνώμην, δηλ. αλλάζουν την γνώμη τους, όπως μία φορά την άλλαξαν κάποιοι απ’αυτούς και έγιναν από Άγγελοι δαίμονες. Είναι φωτεινοί και λαμπροί. Έχουν το φως από τον Θεό και όχι από του λόγου τους. Δεν έχουν ανάγκη γλώσσας ή ακοής, γιατί χωρίς προφορικό λόγο και χωρίς ακοή αισθητή καταλαβαίνουν το πρόσταγμα του Θεού. Είναι και περιγραπτοί οι Άγγελοι, δηλ. όταν είναι σ’ένα τόπο, δεν είναι σε άλλο. Όταν είναι στον ουρανό, δεν είναι στη γη και όταν είναι στη γη, δεν είναι στον ουρανό. Δεν τους κρατά ούτε θύρα, ούτε τοίχος, ούτε κλειδονιά, ούτε φραγμός, ούτε τίποτε άλλο. Έχουν τον αγιασμό και τον φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα. Δεν ξέρει κανείς πώς είναι η φύση τους, αν όλοι είναι όμοιοι ή άλλοι μικρότεροι και άλλοι μεγαλύτεροι. Μόνο ο Θεός, που τους έπλασε, τους γνωρίζει. Είναι δυνατοί και έτοιμοι στον ορισμό του Θεού. Κάστρα, τόπους, χώρες και Εκκλησίες επιτηρούν, φυλάττουν και βοηθούν. Κάθε βαπτισμένος Ορθόδοξος Χριστιανός, είτε αμαρτωλός είτε δίκαιος είναι, έχει τον φύλακα Άγγελό του. Όλα τα άλλα έθνη έχουν από ένα Άγγελο. Πόσοι είναι στον αριθμό, κανείς δεν το είπε ούτε το ξέρει, παρ’όλο που ο προφήτης Δανιήλ λέει «χίλιαι χιλιάδες και μύριαι μυριάδες». Ωστόσο κι αυτός δεν είπε όλη την ποσότητα των Αγγέλων. Έχουν δε την Χάριν εκ Θεού να σχηματίζονται σε όποιο σχήμα τους ορίσει ο Θεός[1].
Στην ακολουθία του Εσπερινού, όταν αναγινώσκουμε τον προοιμιακό, υπάρχει και ο εξής στίχος, που αναφέρεται στους Αγγέλους, και τον οποίο τον ψάλλουμε ως κοινωνικό όταν εορτάζουν οι Άγγελοι: «Ο ποιών τους Αγγέλους αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα»[2]. Δηλ. ο Κύριος είναι αυτός που έπλασε τους αγγέλους Του τόσο ταχείς και λεπτούς, όπως οι άνεμοι, και τους αΰλους λειτουργούς, που Τον υπηρετούν, με δραστική ενέργεια και φωτεινή λαμπρότητα σαν την φλόγα του πυρός. Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύοντας αυτόν τον στίχο, λέει χαρακτηριστικά ότι ο παροφητάναξ Δαβίδ με τα λόγια αυτά κηρύττει τον Θεό δημιουργό της νοητής και αοράτου φύσεως. Ονόμασε τους Αγγέλους πνεύματα και πυρ, φανερώνοντας με τα ονόματα αυτά το οξυκίνητο και δραστήριό τους και περιγράφοντας την φύση και την ουσία τους, γιατί είναι πνεύματα νοερά και πυρ άυλον.
Ο Μ. Βασίλειος λέει : «Η μεν ουσία των Αγγέλων αέριον πνεύμα, ει τύχοι, ή πυρ άυλον κατά το γεγραμμένον. Διό εν τόπω εισί και ορατοί γίνονται εν τω είδει των οικείων αυτών σωμάτων τοις αξίοις εμφανιζόμενοι. Ο μέντοι αγιασμός έξωθέν εστι της ουσίας αυτών. Ου γαρ φύσει άγιαι αι των ουρανών Δυνάμεις, αλλά κατά αναλογίαν της προς αλλήλους υπεροχής του αγιασμού το μέτρον παρά του Πνεύματος έχουσι».
Λέει και Θεολόγος Γρηγόριος: «Συ δε όρα ότι ουκ έχομεν ουδέ την νοητήν φύσιν και επουράνιον ασωμέτως ιδείν, ει και ασώματος, πυρ γαρ και πνεύμα προσαγορευομένην ή γινομένην. Ποιείν γαρ λέγεται τους Αγγέλους πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα. Ει μη ποιείν μεν εστι το συντηρείν τω λόγω, καθ’ον εγένοντο, πνεύμα δε ακούει και πυρ, το μεν ως νοητή φύσις, το δε ως καθάρσιος. Επεί και της πρώτης ουσίας (του Θεού δηλ.) τας αυτάς οίδα κλήσεις. Ή ότι εγγύτατα, άλλως άλλη ελλαμπομένη κατά την αναλογίαν της φύσεως και της τάξεως».
Ο δε ιερός Χρυσόστομος λέει : «Ου τι ποτέ εισίν οι Άγγελοι την ουσίαν παρίστησι, αλλά την ενέργειαν διά των στοιχείων τούτων εμφαίνει».
Λέει δε και ο Θεοδώρητος : «Οξεία μεν η του Πνεύματος φύσις, ισχυρά δε του πυρός η ενέργεια. Αγγέλοις δε χρώμενος υπηρέταις ο Θεός και ευεργετεί τους αξίους και κολάζει τους εναντίους. Όθεν τα Σεραφίμ εμπρησταί ερμηνεύονται. Διά τούο και πυρός εμνημόνευσε την κολαστικήν σημαίνων ενέργειαν»[3].
Η αποστολή των Αγγέλων επισημαίνεται στον Απ. Παύλο, όπου στην προς Εβραίους επιστολή χαρακτηρίζει τους Αγγέλους «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν»[4], δηλ. υπηρετικά πνεύματα, τα οποία αποστέλλονται από τον Θεό, για να διακονήσουν αυτούς, που πρόκειται να κληρονομήσουν την σωτηρία. Γι’ αυτό δημιουργήθηκαν οι Άγγελοι, για την υπηρεσία του Χριστού και την οικονομία της σωτηρίας των ανθρώπων.
Οι Άγγελοι δοξολογούν τον Άγιο Τριαδικό Θεό με το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ», το οποίο αποκαλύπτει  το Τριαδολογικό δόγμα. Τα τρία «Άγιος» προσιδιάζουν στις τρεις υποστάσεις, στα τρία πρόσωπα του Τριαδικού Θεού, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα και το «Κύριος» στη μία κοινή ουσία, φύση της Θεότητος. Δηλ. άγιος ο Θεός Πατήρ, άγιος ο Θεός Υιός, άγιο το Θείο Πνεύμα.
«Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι»[5]. Ουράνια αγγελική χαρά, αγαλλίαση και πανήγυρη γίνεται, όταν ένας αμαρτωλός άνθρωπος μετανοεί. Οι Άγγελοι πανηγυρίζουν για την μετάνοια και την σωτηρία των ανθρώπων, διότι με τους σωζομένους αναπληρώνεται το εκπεσόν τάγμα του Εωσφόρου.  
Αν και «ουδείς των εν σαρκί… Αγγέλου ουσίαν εθεάσατο», όπως γράφει ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, όμως μέσα στην ιστορία πάμπολλες είναι οι εμφανίσεις και τα θαύματα των αγίων Ταξιαρχών. Στις εμφανίσεις αυτές γίνεται ορατή μόνο η μορφή και το σχήμα τους, όχι όμως και η ουσία τους. Εμείς οι θνητοί αντιλαμβανόμαστε τις θεωρίες αυτές είτε με τις σωματικές μας αισθήσεις, όταν εμφανίζονται ως απλοί άνθρωποι, είτε με τα μάτια της ψυχής μας, όταν εμφανίζονται «εν θεωρία αληθινή και ουσιώσει», κατά τον αββά Ισαάκ τον Σύρο.
Μιχαήλ[6] θά πει «δύναμις Θεού» ή «αρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου». Ο Μιχαήλ ο ενδοξότατος καί λαμπρότατος Ταξιάρχης των Ασωμάτων Δυνάμεων πολλές ευεργεσίες καί χάριτες φαίνεται ότι έδειξε στο γένος των ανθρώπων καί στήν Π.Δ. καί στήν Νέα Χάριν του Ευαγγελίου.
Στην Π.Δ. έχουμε πλήθος εμφανίσεων του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, διότι αυτός φανερώθηκε στην περιπλανωμένη Άγαρ και τον υιό της Ισμαήλ για να τους παραμυθήσει, στόν Πατριάρχη Αβραάμ, όταν επρόκειτο να θυσιάσει τον υιό του Ισαάκ, έπειτα στόν Λώτ, όταν τόν λύτρωσε μαζί μέ τίς κόρες του από τό θεόσταλτο πυρ καί από τήν καταστροφή των Σοδόμων. Μετά από αυτά φανερώθηκε στόν Πατριάρχη Ιακώβ, όταν τόν λύτρωσε από τά φονικά χέρια του αδελφού του Ησαύ. Αυτός προπορευόταν μπροστά από τήν παρεμβολή των υιών Ισραήλ, όταν ελευθερώθηκαν από τήν αιχμαλωσία των Αιγυπτίων καί μέ τόν στύλο του πυρός καί της νεφέλης τούς διευκόλυνε τήν δυσκολία της οδοιπορίας. Αυτός φανερώθηκε στόν μάντη Βαλαάμ, όταν εκείνος πορευόταν γιά νά καταρασθεί τόν Ισραηλιτικό λαό, φοβερίζοντάς τον καί φανερά εμποδίζοντάς τον από μιά τέτοια πράξη. Αυτός φανερώθηκε και κατά τον θάνατο του προφήτου Μωϋσέως, οπότε επετίμησε τον παμβέβηλο εχθρό. Αυτός, καί όταν ο Ιησούς του Ναυή ρώτησε ποιός είναι, αποκρίθηκε˙ «Εγώ αρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα»[7]. Αυτός φανερώθηκε στον προφήτη Γεδεών, στον Μανωέ και την γυναίκα του, καταργώντας την στειρότητά της. Στους χρόνους του προφητάνακτος Δαβίδ ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σκότωσε εβδομήντα χιλιάδες λαού σε διάστημα τριών ωρών και κατά την περιγραφή του προφητάνακτος ήταν ψηλός από την γη ως τον ουρανό και κρατούσε στο χέρι του γυμνό ξίφος. Αυτός εμφανίσθηκε στον προφήτη Ηλία, που κοιμόταν στην έρημο, όπου είχε καταφύγει, για να αποφύγει την οργή της Ιεζάβελ, παρουσιάσθηκε και του είπε : «Ανάστηθι και φάγε». Του είχε δε ήδη φέρει ζεστό ψωμί και δοχείο με νερό. Αργότερα ο ίδιος Αρχάγγελος του μήνυσε να συναντήσει τους ανθρώπους του Βασιλέως και να τους μεταφέρει εντολές του Θεού. Αλλού βρίσκουμε πάλι τον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ να κατακόπτει εκατό χιλιάδες Ασσυρίους, να διαφυλάττει τους τρείς Παίδες από την «κάμινον του πυρός την φλεγομένην» και τον προφήτη Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων. Τέλος, μετέφερε με θαυμαστό τρόπο τον προφήτη Αββακούμ στην Βαβυλώνα, για να θρέψει τον προφήτη Δανιήλ μέσα στον λάκκο.
Οι εμφανίσεις τους Αρχιστρατήγου Μιχαήλ συνεχίσθηκαν και μετά την ένσαρκο οικονομία του Χριστού. Έτσι, λοιπόν, Αυτός καί στήν Νέα Χάριν ελευθέρωσε τους Αποστόλους από την φυλακή, οδήγησε τον Απόστολο και Διάκονο Φίλιππο στη βάπτιση του ευνούχου, εμφανίσθηκε στον Κορνήλιο κατά την ώρα της προσευχής του και του είπε να καλέσει τον Απ. Πέτρο, για να τον βαπτίσει. Ελευθέρωσε τον Απ. Πέτρο, που επρόκειτο να σκοτώσει ο Ηρώδης για χάρη των Ιουδαίων, από την φυλακή, ενώ τον ίδιο τον Ηρώδη, που υπερηφανεύθηκε, τιμώρησε με θάνατο. Εμφανίσθηκε στον Απ. Παύλο, όταν κινδύνευε το πλοίο και του είπε να μην φοβάται. Επίσης, ο ίδιος ο Ταξιάρχης ετάραττε το νερό στην κολυμβήθρα, που βρισκόταν στην Προβατική πύλη, και θεραπεύονταν κατ’έτος οι ασθενείς. Αυτόν, τέλος, είδε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη και σύμφωνα μ’αυτήν πρόκειται να φονεύσει τον Αντίχιστο κατά τη συντέλεια του κόσμου.
Στην εκκλησιαστική ιστορία μέχρι τις ημέρες μας δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ επισκέφθηκε τον κόσμο. Βοήθησε τον Μ. Κων/νο να κατατροπώσει τους εχθρούς, γι’αυτό και κατά προτροπή του ο άγιος Βασιλεύς έκτισε ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ στο Σωσθένειο. Έσωσε με θαυμαστό τρόπο την Κων/λη από τον κίνδυνο των Αβάρων, Περσών και των Αγαρηνών. Επίσης, έσωσε την πόλη Ακολία παρά την Μαύρη θάλασσα από τους Σαρακηνούς. Στις Κολοσσές της Φρυγίας διαφύλαξε ακέραιο το ομώνυμο προσκύνημά του από την ορμή των ποταμών, που κατευθύνονταν απειλητικοί επάνω του, δημιουργώντας μια τεράστια οπή, μέσα στην οποία χωνεύθηκαν τα νερά τους. Στα Γέρμια, στην Θάσο, στον Πανορμίτη της Σύμης και στο Μανταμάδο της Λέσβου απειράριθμα είναι τα θαύματα της παρουσίας του Ταξιάρχη Μιχαήλ μέχρι σήμερα. Στην Ι. Μ. Δοχειαρίου Αγίου Όρους, τέλος, αένναα θαυματουργεί μζί με τον επίσης Αρχιστράτηγο Γαβριήλ, στο όνομα των οποίων τιμάται.
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ δεν παύει και στις ημέρες μας της αποστασίας και άκρας ανομίας να παρουσιάζεται σε καθαρούς και αξίους ανθρώπους, που βιώνουν το Ευαγγέλιο και αγωνίζονται για την τελειότητα και την κατά Χάριν θέωση. Έτσι, έχουμε εμφανίσεις του στους μακαριστούς Γέροντες Φιλόθεο Ζερβάκο, Ιάκωβο Τσαλίκη, Παΐσιο τον Αγιορείτη, Δημήτριο τον Γκαγκαστάθη και Άνθιμο τον Αγιαννανίτη. Καί άλλα πολλά ιστορούνται γι’αυτόν. Γι’αυτό καί εμείς στήν σημερινή πάνσεπτη πανήγυρη τόν προβάλλουμε ως προστάτη καί φύλακα της ζωής μας.
Μαζί μέ τόν Αρχάγγελο Μιχαήλ εορτάζουμε σήμερα καί τόν ωραιότατο καί χαριέστατο Αρχάγγελο Γαβριήλ. Γαβριήλ[8] θά πει «Θεός καί άνθρωπος», κατά τόν Πρόκλο Κωνσταντινουπόλεως, Γι’αυτό καί αυτός υπηρέτησε εξαιρέτως στό μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας του Θεανθρώπου Λόγου. Καί αυτός πολλές ευεργεσίες έκανε στό ανθρώπινο γένος καί στήν Π.Δ. καί στήν Κ.Δ.
Στην Π.Δ. στήν προφητεία του Δανιήλ αναφέρεται αυτολεξεί τό όνομά του, όταν εξήγησε στόν Δανιήλ τήν όραση, πού είδε περί των βασιλέων Μήδων, Περσών καί Ελλήνων. «Γαβριήλ, γάρ φησι, συνέτισον εκείνον (τόν Δανιήλ δηλ.) τήν όρασιν»[9]. Καί πάλι ο ίδιος ο Γαβριήλ φανέρωσε στόν ίδιο τόν Δανιήλ ότι μετά από 490 χρόνια θά έλθει ο Χριστός. «Καί ιδού, φησίν, ανήρ Γαβριήλ, ον είδον εν τη οράσει εν τη αρχή, πετόμενος καί ήψατό μου ωσεί ώραν θυσίας εσπερινής καί συνέτισέ με»[10]. Αυτός είναι, ο οποίος ευηγγέλισε καί τήν γυναίκα του Μανωέ ότι θά γεννήσει τόν Σαμψών. Αυτός είναι, ο οποίος ευηγγέλισε τόν Ιωακείμ καί τήν Άννα ότι πρόκειται νά γεννήσουν τήν Κυρία καί Δέσποινα Θεοτόκο.
Στή Νέα Διαθήκη αυτός είναι, ο οποίος ευηγγέλισε τόν Ζαχαρία, ο οποίος στεκόταν στά δεξιά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος, ότι θά γεννήσει τόν Μέγα Ιωάννη τόν Πρόδρομο. Αυτός έτρεφε καί τήν αειπάρθενο Μαριάμ δώδεκα χρόνια μέσα στά Άγια των Αγίων μέ ουράνια τροφή. Αυτός είναι, ο οποίος ευηγγέλισε καί τήν Θεοτόκο ότι πρόκειται νά γεννήσει εκ Πνεύματος Αγίου τόν Υιόν καί Λόγον του Θεού. Αυτός φάνηκε στό όραμα του Ιωσήφ καί του είπε νά μήν φοβηθεί, αλλά νά παραλάβει τήν γυναίκα του Μαριάμ, επειδή τό παιδί, πού θά γεννηθεί από αυτήν, είναι εκ Πνεύματος Αγίου. Αυτός φάνηκε καί στούς ποιμένες καί τούς ευαγελίσθηκε ότι γεννήθηκε ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός. Αυτός σέ όραμα είπε στόν Ιωσήφ νά παραλάβει τό παιδίο καί τήν μητέρα του καί νά φύγει στήν Αίγυπτο. Καί πάλι ο ίδιος του είπε νά επιστρέψει στήν γη Ισραήλ. Πολλοί από τούς ιερούς διδασκάλους καί ασματογράφους θεωρούν ότι ο θείος Γαβριήλ ήταν ο λευχειμονών εκείνος Άγγελος, ο οποίος, αφού κατέβηκε από τόν ουρανό, απεκύλισε τόν λίθον από τήν θύρα του μνημείου του ζωοδότου Ιησού καί καθόταν πάνω του. Καί αυτός ήταν, πού ευαγγελίσθηκε τίς Μυροφόρες περί της Αναστάσεως του Κυρίου. Καί γιά νά μιλήσουμε καθολικά, ο θειότατος Γαβριήλ υπηρέτησε στό Μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου απ’αρχής έως τέλους. Γι’αυτό καί η Εκκλησία του Χριστού παρέλαβε νά τόν συνεορτάζει μαζί μέ τόν Αρχάγγελο Μιχαήλ καί νά επικαλείται τήν Χάριν καί τήν βοήθειά του.
Εκτός από τούς ανωτέρω δύο πασίγνωστους Αρχαγγέλους, υπάρχουν καί άλλοι Αρχάγγελοι, λιγότερο γνωστοί , τά ονόματα των οποίων είναι : α) Ραφαήλ[11], β) Ουριήλ[12], γ) Ραγουήλ, δ) Σαριήλ, καί ε) Ρεμιήλ[13]. Άγνωστα είναι στούς πολλούς καί τά ονόματα των διαφόρων δαιμόνων, όπως α) Σεϊρίμ[14], β) Σεντίμ[15], γ) Λιλίθ[16], δ) Ασμοδαίος[17], ε) Αζαζέλ[18], στ) Σατανάς[19], ζ) Σαμαήλ, η) Μαστεμά καί θ) Βελίαρ.
Εννέα είναι τά τάγματα των αγίων Αγγέλων, κατά τόν Αρεοπαγίτην καί φιλάγγελον Διονύσιον[20]˙ αυτά διαμοιράζονται σέ τρεις Ιεραρχίες˙ στήν πρώτη, τη μέση καί την τελευταία. Η μέν πρώτη Ιεραρχία περιέχει τούς αγιωτάτους Θρόνους, τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ˙ η δέ μέση περιέχει τίς Κυριότητες, τίς Δυνάμεις καί τίς Εξουσίες˙ η δέ τελευταία περιέχει τίς Αρχές, τούς Αρχαγγέλους καί τούς Αγγέλους. Οι Θρόνοι, λοιπόν, δηλώνουν, κατά τόν αυτόν Διονύσιον, ότι είναι  εξηρημένοι (υπεράνω) από κάθε ταπεινή ελάττωσι καί ότι αναφέρονται υπερκοσμίως πρός τά άνω˙ τά δέ Χερουβίμ φανερώνουν ότι έχουν τό γνωστικόν καί θεοπτικόν καί της υπερτάτης φωτοδοσίας δεκτικόν καί θεωρητικόν, επειδή τό όνομα «Χερουβίμ» στά εβραϊκά ερμηνεύεται πλήθος γνώσεως ή χύσις σοφίας˙ ο δέ Χρυσόστομος λέγει˙ «Τί γάρ εστί Χερουβίμ; Πεπληθυσμένη γνώσις»[21]˙ τά Σεραφίμ δηλώνουν ότι έχουν τό αεικίνητον περί τά θεία καί ακατάληκτον καί τό θερμόν καί οξύ καί υπερζέον, γι’αυτό καί ονομάζονται  Σεραφίμ, τό οποίο στά εβραϊκά σημαίνει Θερμαίνοντας ή Πρηστηρίους˙ ο δέ Χρυσόστομος λέγει˙ «Τί δέ Σεραφίμ; Έμπυρα στόματα»[22]˙οι Κυριότητες δηλώνουν ότι έχουν κάποια ελεύθερη καί αδούλωτη αναγωγή, εφιεμένην της όντως Κυριότητος καί Κυριαρχίας˙ οι δέ Δυνάμεις σημαίνουν ότι έχουν κάποια αρρενωπόν καί ακατάσειστον ανδρεία σέ όλες τίς θεοειδείς ενέργειες, πού πράττουν˙ οι Εξουσίες φανερώνουν ότι έχουν τήν εύκοσμον καί ασύμφυρτον ευταξία περί τάς θείας υποδοχάς καί τό τεταγμένον της υπερκοσμίου καί νοεράς εξουσιότητος˙ οι Αρχές δηλώνουν τό θεοειδώς αρχικόν καί ηγεμονικόν μετά τάξεως ιεράς˙ οι δέ Αρχάγγελοι φανερώνουν ότι καί πρός τήν υπερούσιον αρχήν αρχικώς επιστρέφουν καί τούς Αγγέλους ενοποιούν, σύμφωνα μέ τίς εύκοσμες καί αόρατες ηγεμονίες τους, στίς οποίες τάχθηκαν˙ Άγγελοι  δέ ονομάζονται, γιατί αγγέλουν σ’εμάς προσεχέστερον τά θελήματα του Θεού[23].
Ο Μ. Βασίλειος στα έργα του[24] έχει τρεις απαριθμήσεις : α) Αρχαί, Εξουσίαι, Δυνάμεις, Θρόνοι, Κυριότητες. β) Θρόνοι, Κυριότητες, Αρχαί, Εξουσίαι, Δυνάμεις, Αγγέλων στρατιαί, Αρχαγγέλων επιστασίαι και γ) Αγγέλων χοροστασίαι, Αρχαγγέλων επιστασίαι, Δόξαι Κυριοτήτων, Προεδρίαι Θρόνων, Δυνάμεις, Αρχαί, Εξουσίαι.
Σχετικά μέ τό πλήθος των αγγέλων λέει ο Χρυσορρήμων: «Ότι γάρ άπας ο αήρ αγγέλων εμπέπλησται, άκουσον τί φησιν ο Παύλος˙ ‘οφείλουσιν αι γυναίκες εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής διά τούς αγγέλους’»[25]. Δηλ. ότι ο αέρας είναι γεμάτος από αγγέλους, άκουσε τί λέει ο Παύλος˙ ‘οφείλουν οι γυναίκες από συστολή καί ντροπή πρός τούς αγγέλους, πού αοράτως είναι παρόντες, νά έχει στό κεφάλι της κάλυμμα, τό οποίο είναι σύμβολο της εξουσίας, πού έχει πάνω σ’αυτήν ο άνδρας.
γιος Γρηγόριος Θεολόγος στόν Λόγο του ες τό Βάπτισμα λέει τι Χριστός, ς Μονογενής Υός το προανάρχου Πατρός και Θεός, εναι τό πρτο καί κατά φύσιν Φς, γιατί λάμπει ς λιος, καθότι Ατός εναι τό Φς τό ληθινόν, τό ποο φωτίζει πάντα νθρωπον ρχόμενον ες τόν κόσμον καί καθότι Ατός εναι ατουργός καί δημιουργός κάθε κτιστο φωτός, τόσο το φωτός, πού πάρχει στούς γγέλους, σο καί το φωτός, πού πάρχει στούς νθρώπους. γγελος εναι τό δεύτερο κατά Χάριν φς, κατά τόν Θεολόγο Γρηγόριο : «Δεύτερον γάρ φς γγελος, το πρώτου φωτός πορροή τίς μετουσία, τή πρός ατό νεύσει καί πουργία τόν φωτισμόν χουσα, οκ οδα, ετε τή τάξει τς στάσεως μεριζομένη τόν φωτισμόν, ετε τος μετροις το φωτισμο τήν τάξιν λαμβάνουσα». νθρωπος εναι τό τρίτο κατά Χάριν φς, κατά τόν Θεολόγο Γρηγόριο. «Τρίτον φς νθρωπος, καί τος ξω δλον στι (τοι τος λλησι-εδωλολάτραις)˙ φς γάρ τόν νθρωπον νομάζουσι διά τήν το ν μίν λόγου δύναμιν˙ καί μν ατν πάλιν ο θεοειδέστεροι καί μλλον Θε πλησιάζοντες». Άγιος Τριαδικός Θεός εναι Δημιουργός το φωτός, πού πάρχει τόσο στούς γγέλους καί στούς νθρώπους, σο καί στόν λιο, τή σελήνη καί τά στρα. Γι’ ατό τό φς καί δόξα δέν ναβλύζουν μόνο πό τό λιοστάλακτο πρόσωπό Του, λλά εναι ντυμένος λος διόλου μέ τό φς σάν μέ φόρεμα, καθώς περί ατο επε προφητάναξ Δαβίδ: « ναβαλλόμενος φς ς μάτιον»[26].
Ο γγελοι πρίν τήν νσαρκο οκονομία το Θεο Λόγου ταν δυσκίνητοι στό κακό, μετά, μως, πό ατή λαβαν καί τό νά εναι κίνητοι σ’ ατό. Καί καθώς ο νθρωποι μέ τήν παρουσία το Κυρίου νεκλήθησαν πό τό πτμα τς μαρτίας, τσι καί οσία τν γγέλων εεργετήθηκε πό τό νά μήν παρατρέπεται πλέον στό κακό. Γι’ ατό Θεολόγος Γρηγόριος στόν Λόγο του ες τό Πάσχα λέει : «Σήμερον σωτηρία τ κόσμω, σος τε ρατός καί σος όρατος» , ννοώντας ς όρατο κόσμο τούς σωμάτους γγέλους καί ς σωτηρία τήν τρεψία τους, πως ρμηνεύει Νικήτας. Καί σιος ωσήφ Βρυέννιος λέει στόν Λόγο του στήν Λαμπρά Κυριακή : «γγελοι τήν τρεψίαν μφιεννύσθωσαν».
Λέει καί ο Δαμασκηνός Ιωάννης: «Οι Άγγελοι δυσκίνητοι πρός τό κακόν, αλλ’ουκ ακίνητοι˙ νυν δέ (μετά τήν ενανθρώπησιν δηλ.) καί ακίνητοι ου φύσει, αλλά χάριτι καί τη του μόνου αγαθου προσεδρεία». Καί ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος είπε : «Εντεύθεν Άγγελοι νυν τό απερίτρεπτον έλαβον, έργω παρά του Δεσπότου μαθόντες της πρός αυτόν ομοιώσεως, ου τήν έπαρσιν ούσαν, αλλά τήν ταπείνωσιν». Λέει καί ο θεοφόρος Μάξιμος : «Τρία εισί τάγματα, άγγελοι, άνθρωποι, δαίμονες. Τό μή πίπτειν ου κατ’ουσίαν οι Άγγελοι κέκτηνται, αλλά κατά προαίρεσιν˙ ου γάρ ακίνητοι φύσει πρός τό κακόν εισιν επεί ούτε ο σατανάς έπεσεν αν, ως εκ φύσεως μή δυνάμενος τούτο ποιείν˙ αλλά δυσκίνητοι πρός τό εναντίον πεφύκασιν, ως καί ο θεολόγος λέγει Γρηγόριος».
Λέει καί ο θεολόγος Γρηγόριος : «Πρώτον μέν εννοεί ο Θεός τάς αγγελικάς δυνάμεις καί ουρανίους. Καί τό εννόημα έργον ην, Λόγω συμπληρούμενον καί Πνεύματι τελειούμενον. Καί ούτως υπέστησαν λαμπρότητες δεύτεραι, λειτουργοί της πρώτης λαμπρότητος… Βούλομαι μέν ειπείν ότι ακινήτους (υποληπτέον ταύτας) πρός τό κακόν καί μόνην εχούσας τήν του καλού κίνησιν˙ άτε περί Θεόν ούσας καί τά πρώτα εκ Θεού λαμπομένας (τά γάρ ενταύθα δευτέρας ελλάμψεως). Πείθει δέ με μή ακινήτως, αλλά δυσκινήτους καί υπολαμβάνειν ταύτας καί λέγειν ο διά τήν λαμπρότητα εωσφόρος σκότος διά την έπαρσιν καί γενόμενος καί λεγόμενος. Αι τε υπ’αυτόν αποστατικαί δυνάμεις δημιουργοί της κακίας τη του καλού φυγή καί ημίν πρόξενοι»[27].
Μία από τις επιστολές του Απ. Παύλου είναι και η προς Κολασσαείς. Σκοπός τς συγγραφς τς πρός Κολασσαες πιστολς το π. Παύλου ταν παρξη μερικν Χριστιανν τν Κολασσν, ο ποοι εχαν πονηρό δόγμα καί αρεση, πειδή νόμιζαν τι ο νθρωποι δέν προσφερθήκαμε στόν Θεό καί Πατέρα διά τς μεσιτείας το νανθρωπήσαντος Υο, λλά διά τς μεσιτείας τν γγέλων, νομίζοντας τάχα πώς εναι τοπο καί ετελές νά πιστεύουν τι Υός το Θεο φανερώθηκε στούς σχάτους καιρούς γιά μιά τέτοια μεσιτεία, τόν καιρό πού ο γγελοι ταν ρκετοί νά μς προσφέρουν στόν Θεό, καθώς στήν Π.Δ. λα διά τν γγέλων οκονομονταν. Ατοί, πού εχαν ατή τήν αρεση, λέγονταν γγελικοί. Γι’ ατή, λοιπόν, τήν ατία γράφει π. Παλος ατή τήν πιστολή καί τούς λέει τι Χριστός, στόν ποο πίστευσαν, εναι εκόνα καί Λόγος το Θεο, μέσω το ποίου τά πάντα δημιουργήθηκαν, καί τι πρεπε Ατός, πού εναι Δημιουργός, νά γίνει καί πρωτότοκος της κτίσεως καί πρωτότοκος κ τν νεκρν, κατά τήν νθρωπότητα, γιά νά νώσει καί νά ζωοποιήσει τά πάντα. Σέ λη σχεδόν τήν πιστολή τούς διδάσκει νά μήν πλαννται, νομίζοντας τι σώθηκαν διά τν γγέλων καί χι διά το Χριστο.  
Κατά τόν γιο πιφάνιο Κύπρου στό βιβλίο του «Πανάριον», ατοί νόμασαν τούς αυτούς τους  γγελικούς, γιατί περηφανεύονταν πώς εχαν τάξη γγέλων κατά τήν πολιτεία, γιατί φλυαροσαν τι κόσμος κτίσθηκε πό τούς γγέλους. Σύμφωνα μέ τόν θεο Θεοδώρητο, λέγονταν γγελικοί, γιατί λεγαν τι νόμος δόθηκε διά τν γγέλων. Γι’ ατό καί τούς σέβονταν καί τούς λάτρευαν. Γι’ ατό καί ν Λαοδικεία Σύνοδος (364 μ.Χ.), πού βρίσκεται κοντά στίς Χνες καί τίς Κολασσας, ξέδωσε ναντίον ατς τς αρέσεως τόν 35ο Κανόνα της, ποος λέει : «τι ο δε χριστιανούς γκαταλείπειν τήν κκλησίαν το Θεο καί πιέναι καί γγέλους νομάζειν καί συνάξεις ποιεν, περ πηγόρευται. Ε τίς ον ερεθ ταύτη τή κεκρυμμένη εδωλολατρεία σχολάζων, στω νάθεμα, τι γκατέλιπε τόν Κύριον μν ησον Χριστόν, τόν Υόν το Θεο, καί εδωλολατρεία προσλθεν»[28]. Δηλ. παρών Κανών ναθεματίζει τούς Χριστιανούς κείνους, πού φήνουν μέν τήν κκλησία το Θεο καί τό νά πικαλονται τόν Κύριο ησο Χριστό, τόν Υό το Θεο καί Θεό, συνάγονται δέ σέ ναούς τν γγέλων (τόν καιρό κενο πρχε ναός το ρχαγγέλου Μιχαήλ στά μέρη κενα τς Λαοδικείας γι’ ατήν τήν ατία) καί τούς πικαλονται σάν Θεούς καί κολούθως μέ τόν κεκρυμμένο ατόν τρόπο γίνονται εδωλολάτρες καί κοσμολάτρες. Ατά τά λέει παρών Κανών χι γιά νά μς μποδίσει πό τό νά πικαλούμασθε σάν μεσίτες τούς γγέλους πρός βοήθειά μας, λλά γιά νά μποδίσει τήν περβολή τς πικλήσεως. ατία, γιά τήν ποία Σύνοδος ατή ξέδωσε ατόν τόν Κανόνα, εναι γιατί, πως λέει Θεοδώρητος, αρεση ατή μεινε πολλούς χρόνους στή Φρυγία καί τήν Πισσιδεία, τν ποίων μητρόπολη ταν Λαοδικεία. Λαοδικεία ταν κοντά στίς Κολασσας, πού ποκεινταν στήν Λαοδικεία, γι’ ατό καί Σύνοδος μπόδισε νά πικαλονται τούς γγέλους ς Θεούς μέ λατρευτική πίστη.
Στο Ορθόδοξο εορτολόγιο, εκτός από την Σύναξη των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και πασών των Τιμίων, Επουρανίων Δυνάμεων Ασωμάτων, που εορτάζεται στις 8 Νοεμβρίου, υπάρχουν κι άλλες εορτές των Αρχαγγέλων. Στις 6 Σεπτεμβρίου εορτάζεται το εν Χώναις θαύμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στις 8 και 18 Ιουνίου εορτάζεται η σύναξις του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στις 26 Μαρτίου εορτάζεται η σύναξις του Αρχαγγέλου Γαβριήλ ως καθυπουργήσαντος τω θείω μυστηρίω του Ευαγγελισμού, στις 11 Ιουνίου εορτάζεται η σύναξις του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν και στις 13 Ιουλίου εορτάζεται η σύναξις του Αρχαγγέλου Γαβριήλ. Παρέλκει να πούμε ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία έχει ορίζει παλαιόθεν κάθε Δευτέρα να τιμώνται οι άγιοι Άγγελοι.
Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στην αγγελολογία, σημειώνουμε ότι ο νθρωπος, ν καί στόν παρόντα πτωτικό κόσμο εναι λίγο κατώτερος πό τούς γγέλους – «λλάτωσας ατόν βραχύ τί παρ’ γγέλους»[29], δηλ. τόν κανες λίγον τί κατώτερο πό τούς γγελους – ντούτοις προοπτική του εναι νά ξεπεράσει τούς γγέλους καί νά γίνει νώτερός τους. Σκοπός το νθρώπου εναι κατά Χάριν θέωσή του, νά γίνει νας μικρός Θεός μέ τήν βοήθεια το κατά φύσιν Θεο, νά γίνει γιος. Ατό, λλωστε, κανε Χριστός μέ τήν γία νάληψή Του, κατά τήν ποία θέωσε τήν νθρώπινη φύση. νθρώπινη φύση νωμένη πλέον συγχύτως, τρέπτως, χωρίστως καί διαιρέτως μέ τήν θεία φύση στό να πρόσωπο, στήν μία πόσταση το Θεο Λόγου, νεβαίνει πάνω πό κάθε γγελικό Τάγμα καί τοποθετεται κ δεξιν το Πατρός. ρθόδοξος κκλησία βρίθει πό θεωμένους νθρώπους, τούς γίους μας, ο ποοι ποκαλονται «πίγειοι γγελοι, οράνιοι νθρωποι» καί καυχται γιά τήν Παναγία μας, ποία μακαρίζεται ς «τιμιωτέραν τν Χερουβίμ καί νδοξοτέραν συγκρίτως τν Σεραφίμ». λλωστε καί ρθόδοξος μοναχισμός πολύ εστοχα ποκαλεται ς γγελική πολιτεία, ς σάγγελος καί περάγγελος βίος, γιατί ποτελε μία πρόληψη τν σχάτων, φο προσπαθε πό τώρα, πό την παρούσα ζωή, νά πιτελέσει τό ργο τν γγέλων καί νά ξομοιωθε μέ ατούς, μέσω τς κατάπαυστης δοξολογίας το γίου Τριαδικο Θεο, τς νοερς καί διαλείπτου προσευχς, τς παρθενίας, τς πακος, τς κτημοσύνης καί τς κκοπς το δίου θελήματος. Τέλος, λοι ο ρθόδοξοι Χριστιανοί μέ τό γιο Βάπτισμα χουμε καθαρισθε καί δηγηθε στήν θεογνωσία καί ναβιβασθήκαμε στήν κατάσταση τν γγέλων.

Αρχίζοντας τον λόγο μας για την δαιμονολογία, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο διάβολος υπάρχει, είναι προσωπική ύπαρξη ως πεπτωκός άγγελος. Αυτό το τονίζουμε, διότι ο διάβολος έχει καταφέρει να μας πλανέψει, βάζοντας στο νου μας τη σκέψη ότι δεν υπάρχει. Οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε σε προσωπικό, όχι απρόσωπο Θεό. Δεν πιστεύουμε σε μια αόριστη ανώτερη δύναμη, γιατί ανώτερη δύναμη είναι και ο Σατανάς, ο διάβολος και τα δαιμόνια, τα οποία πιστεύουν μεν στον Τριαδικό Θεό, τον οποίο αναγνωρίζουν ως δημιουργό τους, αλλά φρίττουν. Οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε σε συγκεκριμένη ανώτερη δύναμη, που είναι ο προσωπικός Άγιος Τριαδικός Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, αλλά δεν φρίττουμε. Τον λατρεύουμε, τον προσκυνούμε, τον δοξολογούμε, τον παρακαλούμε, τον ευχαριστούμε, τον κοινωνούμε με Άχραντα Μυστήρια. Η λέξη «διάβολος» προέρχεται από την πρόθεση «διά» και το ρήμα «βάλλω» και σημαίνει κατηγορώ, συκοφαντώ, ψεύδομαι. Ο διάβολος είναι ο πρώτος εισηγητής της αμαρτίας, ο πρωταίτιος της αμαρτίας, είναι ο ίδιος αυτοαμαρτία, ο οποίος «αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ»[30]. Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος λέει ότι ο διάβολος είναι ο εισηγητής της άνεσης. Ο διάβολος είναι μεγάλος «θεολόγος». Γνωρίζει την Π.Δ. και την Κ.Δ., τα Πατερικά συγγράμματα, τους Ιερούς Κανόνες και τις αποφάσεις των αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Κάνει νηστείες, αγρυπνίες. Έχει όμως υπερηφάνεια, πονηρία και αμετανοησία. Δεν έχει πνευματική διάκριση, δηλ. επίγνωση του εαυτού του, αλάνθαστη αίσθηση του όντως αγαθού Θεού και φωτισμό των σκοτεινών σημείων του. Ο διάβολος δεν θέλει όλοι οι άνθρωποι να γνωρίσουν την αλήθεια εν Χριστώ και εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. Είναι ο χειρότερος εχθρός και πολέμιος της σωτηρίας του ανθρώπου.
Για τόν Εωσφόρο κάνει λόγο καί ο προφήτης Δαυίδ στό ψαλτήριον˙ «Υμείς δέ ως άνθρωποι αποθνήσκετε καί ως εις των αρχόντων πίπτετε»[31]. Γιατί κι αυτός άρχων ήταν του αγγελικού τάγματος, αλλά επειδή υπερηφανεύθηκε, γι’αυτό καί εξέπεσε. Ο δέ προφήτης Ησαΐας λέγει γι’αυτόν τό εξής˙ «Πώς εξέπεσεν εκ του ουρανού ο Εωσφόρος ο πρωΐ ανατέλλων; Συνετρίβη εις τήν γήν ο αποστέλλων πρός πάντα τά έθνη; Σύ είπας εν τη διανοία σου˙ Εις τόν ουρανόν αναβήσομαι, επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τόν θρόνον μου καί έσομαι όμοιος τω Υψίστω˙ νυν δέ εις τόν Άδην κάθεται καί εις τά θεμέλια της γης»[32]. Καί ο Κύριος στό κατά Λουκάν άγιον Ευαγγέλιον λέγει˙ «Εθεώρουν τόν Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα»[33].
Μερικοί διδάσκαλοι προσαρμόζουν στήν πτώση αυτή του εωσφόρου καί των δαιμόνων καί στήν ανδραγαθία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ τά ρητά εκείνα της Αποκαλύψεως, τά οποία λένε˙ «Καί εγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ, ο Μιχαήλ καί οι άγγελοι αυτού επολέμησαν μετά του δράκοντος καί ο δράκων επολέμησε καί οι άγγελοι αυτού καί ουκ ίσχυσαν, ούτε τόπος ευρέθη αυτών έτι εν τω ουρανώ. Καί εβλήθη ο δράκων ο μέγας, ο όφις ο αρχαίος ο καλούμενος διάβολος καί ο σατανάς, ο πλανών τήν οικουμένην όλην, εβλήθη εις τήν γην καί οι άγγελοι αυτού μετ’αυτού εβλήθησαν»[34]. Δηλ. καί έγινε πόλεμος στόν ουρανό, όπου ο δράκων μέ τήν ειδωλολατρεία προσπάθησε νά στήσει τόν θρόνο του, εξαλείφοντας από τίς διάνοιες των ανθρώπων τήν πίστη καί τήν λατρεία του ενός καί μόνου αληθινού Θεού. Καί ο Μιχαήλ καί οι άγγελοι, πού εκτελούσαν τίς διαταγές του, ήλθαν νά πολεμήσουν μέ τόν δράκοντα. Καί ο δράκων πολέμησε καί οι άγγελοί του μαζί του. Καί δέν υπερίσχυσαν, αλλά η ήττα του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δέν βρέθηκε πλέον θέση γι’αυτόν στόν ουρανό. Καί ρίφθηκε ο δράκων ο μεγάλος, ο παλαιός όφις, πού παρέσυρε τούς πρωτοπλάστους στήν παράβαση, ο καλούμενος διάβολος καί ο σατανάς, ο οποίος πλανά όλη τήν οικουμένη. Ρίφθηκε στήν γη καί οι σκοτεινοί άγγελοί του ρίφθηκαν καί αυτοί μαζί μ’αυτόν.
Λέει καί ο κορυφαίος Απ. Πέτρος˙ «Ει γάρ ο Θεός  Αγγέλων αμαρτησάντων ουκ εφείσατο, αλλά σειραίς ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εις κρίσιν τετηρημένους»[35], δηλ. διότι, εάν ο Θεός ακόμη καί τούς αγγέλους, όταν αμάρτησαν, δέν λογάριασε, αλλά αλυσοδεμένους στό σκότος, τούς έρριξε στόν τάρταρο καί τούς παρέδωσε νά φυλάττονται γιά νά δικασθούν κατά τήν ημέρα της κρίσεως.
Αλλά καί ο Απ. Ιούδας λέει˙ «Αγγέλους τε τούς μή τηρήσαντας τήν εαυτών αρχήν, αλλ’απολιπόντας τό ίδιον οικητήριον, εις κρίσιν μεγάλης ημέρας δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν»[36], δηλ. καί τούς αγγέλους, πού δέν φύλαξαν τό υψηλό τους αξίωμα, αλλά εγκατέλειψαν τήν ουράνια κατοικία καί ζωή τους, τούς έχει φυλάξει γιά νά δικασθούν κατά τήν μεγάλη ημέρα της παγκοσμίου Κρίσεως δεμένους κάτω από πνευματικό σκοτάδι καί παντελή άγνοια της θείας Χάριτος καί αληθείας μέ δεσμά αιώνια, πού δέν θά συντριβούν ποτέ.
Ο Θεοδώρητος λέει πως ο εωσφόρος καί οι άγγελοί του εξέπεσαν από όλες τίς τάξεις των αγγέλων, συμπεραίνοντας αυτό από τό λόγιο του Απ. Παύλου, τό οποίο λέει : «Ουκ έστιν ημίν η πάλη πρός αίμα καί σάρκα, αλλά πρός τάς αρχάς, πρός τάς εξουσίας»[37]. Δηλ. διότι πραγματικά δέν έχουμε νά παλαίψουμε μέ αντιπάλους ομοίους μας, μέ αίμα καί σάρκα, σάν τήν δική μας, αλλά η πάλη καί ο πόλεμός μας είναι πρός τίς αρχές, πρός τίς εξουσίες.  Νά τί λέει κατά λέξη: «Εκ των αγίων ήσαν ταγμάτων οι πονηροί δαίμονες, αλλά καί διά πονηρίαν της τάξεως εκείνης εξέπεσαν. Έχουσι δέ καί νυν τάς προσηγορίας εις έλεγχον της βδελυρίας». Συμφωνεί σ’αυτό καί ο θείος Ιερώνυμος, ότι δηλ. οι εκπεσόντες άγγελοι εξέπεσαν όχι από ένα τάγμα, αλλά από πολλά. Βεβαιώνει αυτόν τόν λόγο του από τό παραπάνω ρητό του μεγάλου Παύλου.
Όμως, ο θεοφόρος Μάξιμος καί ο Δαμασκηνός Ιωάννης υποστηρίζουν ότι μόνο από τήν ενάτη τάξη των αγγέλων έπεσαν όσοι άγγελοι έπεσαν. Ο ιερός Χρυσόστομος αποκαλεί τόν εωσφόρο πρώτον των αγγέλων καί λέει ότι αυτός εκτραχηλίσθηκε από τόν αγγελικό κολοφώνα. Μέ τόν ιερό Χρυσόστομο συμφωνεί τόσο ο ιερός Αυγουστίνος όσο καί ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος. Ο Ιερώνυμος εκλαμβάνει τόν εωσφόρο ως ανώτατον πάντων των αγγέλων. Ο Τερτυλλιανός τόν θεωρεί ως εξέχοντα καί σοφώτατον πάντων καί ότι ο εωσφόρος εξέπεσε από τό τάγμα των Σεραφίμ, παρ’όλο πού ο θείος Μάξιμος καί ο Δαμασκηνός Ιωάννης τόν θεωρούν ως πρώτο της ενάτης τάξεως των αγγέλων.
Τότε στήν πτώση του εωσφόρου έγινε πόλεμος στόν ουρανό, κατά τήν ιερά Αποκάλυψη. Γι’αυτό κάθε τάξη καί αρμονία των υπερκοσίων ουσιών συνεχύθη καί ανεστράφη, καθότι έπεσαν καί από τά ανώτερα του Αρχαγγελικού τάγματος, από τό οποίο ήταν καί ο Μιχαήλ. Επειδή, λοιπόν, τα ανώτερα Αρχαγγελικα τάγματα αντέστρεψαν τήν τάξη και αντί νά μυήσουν καί νά φωτίσουν τά κατώτερα τάγματα στό αγαθό, τά μύησαν στό κακό καί τά σκότισαν, γι’αυτό ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, αφού στάθηκε στήν οικεία τάξη του αγαθού, μύησε τίς ανωτέρω αρχές καί εξουσίες νά μείνουν στήν τάξει του αγαθού, στήν οποία κτίσθηκαν. Λοιπόν, τί άτακτο ή άτοπο ακολουθεί, αν ο κατώτερος Μιχαήλ, πού έμεινε στό αγαθό, βλέποντας τίς ανωτέρω αρχές καί εξουσίες νά εκπίπτουν από τό αγαθό, τίς μύησε καί τίς δίδαξε νά μένουν στό αγαθό; Βεβαίως κανένα.
Καί στή δική μας ιεραρχία, όταν ο ιερεύς καί ο ιεράρχης ατακτούν καί κακώς φρονούν, καί διάκονος καί μοναχός, πού ευτακτούν καί φρονούν ορθώς, μπορούν νά τούς νουθετήσουν καί νά τούς ευτακτήσουν, καθώς πάμπολλα παραδείγματα υπάρχουν[38].
Η δύναμη του διαβόλου έχει καταργηθεί με τον Σταυρικό θάνατο του Χριστού. Όπως λέει ένας άγιος της Εκκλησίας μας το σώμα του διαβόλου έχει νεκρωθεί ολοκληρωτικά και τελεσίδικα. Μένει όμως μόνο η ουρά του ενεργή. Επιτρέπει ο Θεός να υπάρχει η ουρά του διαβόλου για περισσότερο αγώνα και δοκιμή των ανθρώπων και για μεγαλύτερο ουράνιο μισθό και στεφάνια. Επίσης, η ύπαρξη του διαβόλου ωφελεί τους ανθρώπους, διότι γνωρίζοντας ότι οι εχθροί μας είναι ακόμη ζωντανοί και μας πολεμούν, δεν κοιμόμαστε και αμελούμε, αλλά παραμένουμε ξύπνιοι και προσεκτικοί.
Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος κάνει λόγο για την κοροϊδία, το ξεγέλασμα του διαβόλου. Τρία πράγματα, λέει, διέφυγαν της προσοχής του διαβόλου : α) η παρθενία της Μαρίας, β) η σύλληψη του Κυρίου και γ) η Σταύρωση.
Ο διάβολος προσβάλλει τους ανθρώπους με τους λογισμούς, τους οποίους ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει την πνευματική διάκριση να μην ανοίγει διάλογο μαζί τους, να τους αντικρούει και να μην συγκατατίθεται. Συνήθως ο διάβολος επιτίθεται στον άνθρωπο με τα δαιμόνια-πάθη της καταλαλιάς και της κατακρίσεως, της ύβρεως, του φθόνου, του ψεύδους, του θυμού και της οργής, της υπερηφανείας, της βλασφημίας, της μωρολογίας και φλυαρίας, του τόκου και του δόλου, της οκνηρίας και του ύπνου, της φιλαργυρίας, της μέθης, της μνησικακίας, της μαγείας και γοητείας, της γαστριμαργίας, της ειδωλολατρείας, της αρσενοκοιτίας, της χρωματοπροσωπίας, της μοιχείας και πορνείας, του φόνου, της κλοπής, της ασπλαγχνίας, του σχίσματος και της αιρέσεως. Η πνευματική εγρήγορση του ανθρώπου έναντι των ανωτέρω παθών επιτυγχάνεται κυρίως με την Χάριν του Θεού και με την προσοχή του εαυτού μας, την προσευχή, την μετάνοια, την εξομολόγηση, την μετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, ιδίως στο υπερφυές μυστήριο της Θείας Μεταλήψεως του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Κυρίου, με την ταπείνωση. Αυτά είναι τα κλειδιά της νήψεως. Τρία πράγματα φοβάται περισσότερο ο διάβολος : το βάπτισμα, τον Σταυρό και την Θεία Κοινωνία Το πόσο σημαντική είναι για τον πνευματικό μας αγώνα η αρετή της ταπείνωσης, φαίνεται από το εξής περιστατικό του Μ. Αντωνίου : «Είδον εγώ τας παγίδας του διαβόλου απλωμένας επί πάσαν την γην. Και ηρωτήθην : Τις δύναται εκφυγείν από τας παγίδας του διαβόλου; Και ήκουσα φωνήν λέγουσά μοι : Ο ταπεινός». Δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνούμε ότι ο διάβολος, προκειμένου να μας παρασύρει, να μας πλανέψει, ώστε να μας οδηγήσει στην υπερηφάνεια και την απώλεια «μετασχηματίζεται ακόμη και εις άγγελον φωτός». Παίρνει τη μορφή φωτεινού αγγέλου, ακόμη και αγίων και της Παναγίας και του ιδίου του Χριστού.
Κατακλείουμε την ταπεινή μας αναφορά στη δαιμονολογία, αναφερόμενοι σ’ ένα περιστατικό από τη ζωή του Γέροντος Παϊσίου, που δείχνει την υπερηφάνεια και την αμετανοησία του διαβόλου. Ο Γέρων Παΐσιος από την μεγάλη αγάπη, που είχε, προσευχόταν για όλο τον κόσμο. Μια φορά λυπήθηκε ακόμη και αυτόν τον διάβολο και προσευχήθηκε έντονα για να μετανοήσει και να σωθεί ο διάβολος. Ξαφνικά του εμφανίζεται ο διάβολος, του βγάζει τη γλώσσα και του λέει : «Και ποιος σου είπε ρε ότι θέλω εγώ να μετανοήσω και να σωθώ; Εγώ να μετανοήσω; Ο Θεός να μετανοήσει»!
Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι στην ιστορία έχουμε πέντε μεγάλες πτώσεις : του Σατανά, του Αδάμ και της Εύας, του Ιούδα, του Πάπα και του Οικουμενισμού. 


[1] ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟΣ, ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ, Θησαυρός, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2004, σσ. 245-269.
[2] Ψαλμ. 103, 4.
[3] ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΖΙΓΑΒΗΝΟΣ - ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ερμηνεία εις τους ΡΝ΄  Ψαλμούς του Δαβίδ, τ. Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη,
  Θεσ/κη 1983, σσ. 40-41.
[4]Εβρ. 1, 14.
[5] Λουκ. 15, 10
[6] Αριθμοί, Α΄ Παραλειπομένων, Δανιήλ.
[7] Ιησούς του Ναυή 5, 14.
[8] Δανιήλ.
[9] Δαν. 8,16
[10] Δαν. 9, 21
[11] Α΄ Παραλειπομένων.
[12] Α΄, Β΄ Παραλειπομένων.
[13] Ενώχ.
[14] Λευιτικόν, Δ΄ Βασιλειών,  Β΄ Παραλειπομένων.
[15] Ψαλμ. 106, Δευτερονόμιον.
[16] Ησαΐας 34.
[17] Τωβίτ 3.
[18] Λευιτικόν.
[19] Α΄ Παραλειπομένων.
[20] ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί ουρανίου ιεραρχία.ς
[21] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος  Γ΄ περί  ακαταλήπτου.
[22] Ό.π.
[23] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Εορτοδρόμιον ήτοι ερμηνεία εις τους ασματικούς κανόνας των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, τ. Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1987, σσ. 396 – 397.
[24] Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Περί Αγίου Πνεύματος, Εις την Εξαήμερον, Περί Πίστεως.
[25] Α΄ Κορ. 11, 10. ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος εις την Ανάληψιν.
[26] Ψαλμ. 103, 2.
[27] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος εις τήν Χριστού Γέννησιν.
[28] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ.  433-434.
[29]
βρ. 2, 7.
[30] Φιλιπ. 2, 6.
[31]Ψαλμ.
[32] Ησ. 14, 12-15.
[33] Λουκ. 10, 18.
[34] Αποκ. 12, 7-9.
[35] Β΄ Πέτρ. 2, 4.
[36] Ιούδ. 6.
[37] Εφεσ. 6, 12.
[38] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ. Β΄ (Νοέμβριος-Δεκέμβριος) εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 2003,     σσ. 63-68.


Πηγή : Πρωτοπρεσβ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιώς, Εν Πειραιεί  7-11-2012,  www.impantokratoros.gr
    

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Άραγε έχουμε την τέλεια πνευματική αγάπη?

Άραγε έχουμε την τέλεια πνευματική αγάπη?


Εκείνος που δεν φθονεί, ούτε οργίζεται και ούτε τρέφει μνησικακία εναντίον εκείνου που τον λύπησε, δεν σημαίνει και οτι αγαπά αυτόν.

Διότι μπορεί, και χωρίς ν'αγαπά, να μη ανταποδίδει κακό αντί κακού, εξαιτίας της εντολής.

Oπωσδήποτε όμως δεν είναι δυνατό να ανταποδώσει αβίαστα καλό αντί κακού, καθόσον το να ευεργετεί κανείς με όλη τη διάθεση της καρδιάς του εκείνους που τον μισούν, αυτό είναι μόνο γνώρισμα της τέλειας πνευματικής αγάπης.

Εάν κάποιους τους μισείς, αλλούς ούτε τους αγαπάς ούτε τους μισείς, αλλούς πάλι τους αγαπάς αλλά περιορισμένα και αλλους τους αγαπάς υπερβολικά, εξαιτίας αυτής της ανισότητας γνώριζε οτι βρίσκεσαι μακριά απο την τέλεια αγάπη, η οποία προυποθέτει ν'αγαπά κανείς εξ ίσου τον κάθε άνθρωπο.

Εκείνοι που στη ζωή αυτή ασκούνται απο τη θεία πρόνοια στην ευσέβεια, δοκιμάζονται με τα τρία αυτά είδη των πειρασμών :

Πρώτο με τη χορήγηση ευχάριστων πραγμάτων, όπως είναι η υγεία, το κάλλος, τα πολλά και καλά τέκνα, τα χρήματα, η δόξα και τα παρόμοια.

Δεύτερο με την αποστολή δυσάρεστων πραγμάτων, όπως είναι η στέρηση τέκνων, χρημάτων, και δόξας.

Τρίτο με τα μέσα εκείνα που προκαλούν υπερβολικούς πόνους στο σώμα, όπως είναι οι ασθένειες, τα βασανιστήρια και τα παρόμοια.

Προς τους πρώτους λέγει ο Κύριος : "Εαν κάποιος δεν απαρνείται όλα τα υπάρχοντα του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου"

Ενώ προς τους δεύτερους και τρίτους λέγει " με την υπομονή σας θα κερδίσετε τη ζωή σας".

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής


Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ Ο ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ


Ο ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ Ο ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ
«Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ' εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς...Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ' εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν» (Αγ. Μάρκου του Ευγενικού)
Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ
Εφέτος κλείνουν 560 έτη από την κοίμηση του εν αγίοις πατρός ημών και ομολογητού Μάρκου αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού .
Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμο Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά.
Αμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία.
Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.
ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ
Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.
Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν.
Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων.
ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ
Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν.
Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία.
Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας.
Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος - λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως - να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους.
Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό - ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων - άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή.
Η ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΣ
Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως - εν συνεννοήσει μετά των παπικών - μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία.
Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν.
Ο ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ
Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση - γενόμενοι θύματα των παπικών - ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου.
Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν».Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ' ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη.
Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ' εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς...Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ' εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν».
Ο ΛΑΟΣ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ
Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ' επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν»( PG 159, 992).
Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ' ο άγιός μας ηρνήθη.
Η ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΗΜΝΟΝ
Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ' ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...».                                       Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι' αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».
ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΓΓΑΝΩΝ
Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ' επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών.Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών.
ΤΙΜΑΙ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ
Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος.
Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής.
Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357)
Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου - ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.
Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: Οἱ ἀγῶνες καί ἡ ἀποτείχισίς του
Ὅπως εἶναι γνωστό ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὅπως ὅλοι οἱ μετά τό σχίσμα Πατέρες, ἀγωνίσθηκε ἐναντίον τοῦ Παπισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλευόμενος τήν παντελῆ ἐξασθένησι τοῦ Βυζαντίου, ἠθέλησε κατά τό λόγιο νά ξυλεύση πρίν ἀκόμη πέση ἡ δρῦς καί νά ὑποτάξη τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία θά τοῦ ἐδίδετο ἐκ τῶν προτέρων ὡς ἀντάλλαγμα, προκειμένου νά βοηθήση, ὅπως ἔλεγε, στρατιωτικά καί οἰκονομικά τήν καταρρέουσα αὐτοκρατορία. Εἶναι γεγονός ὅτι ἄν δέν ὑπῆρχε κατ’ εὐδοκία Θεοῦ σ’ αὐτήν τήν κρίσιμη γιά τήν Ὀρθοδοξία περίοδο ὁ ἅγ. Μᾶρκος, θά εἶχε ὅλη ἡ Ἀνατολή φραγκέψει καί ἡ ἀληθινή πίστις θά εἶχε ἐξαλειφθῆ ἀπό τή γῆ.
Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγ. Μᾶρκος δέν ἀγωνίσθηκε μόνο κατά τή Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας-Φερράρας, πρᾶγμα πού εἶναι σέ πολλούς γνωστό, ἀλλά ἀγωνίσθηκε καί μετά τήν ὑπογραφή τῆς συμφωνίας καί τήν ἐπάνοδο στήν Κωνστατινούπολι. Αὐτοί μάλιστα οἱ τελευταῖοι ἀγῶνες του, οἱ ὁποῖοι σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστοι, ἔχουν ἴσως μεγαλύτερη σημασία, διότι θά ἠδυνάμεθα νά εἴπωμε ὅτι οἱ κατά τήν Σύνοδο ἀγῶνες του δέν ἐτελεσφόρησαν, ἐφ’ ὅσον ὑπεγράφη τελικῶς ἡ ἕνωσις τῶν «Ἐκκλησιῶν», ἐνῶ οἱ μετά τήν Σύνοδο εἶχαν πλήρη ἐπιτυχία, ἐπειδή ἔγιναν αἰτία νά ἐπανέλθωμε εἰς τήν Ὀρθοδοξία καί νά καταδικασθῆ συνοδικά ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας καί μαζί ὁ Παπισμός.
Τό πρῶτο καί βασικό τό ὁποῖον ἔκανε ὁ ἅγιος μετά τήν ἐπάνοδον εἰς τήν Κωνστατινούπολι, ἦτο ὅτι διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ ὅλους ὅσους ὑπέγραψαν τήν ἕνωσι στήν Φλωρεντία καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦσαν.
Ἡ ἀποτείχισις αὐτή τοῦ ἁγίου διήρκησε μέχρι τοῦ θανάτου του. Ὁ ἅγιος ἀπεβίωσε τήν 23/6/1444 ἤ κατ’ ἄλλους 1445 (Θ.Η.Ε. τόμ. 8: 761), ἡ δέ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας ἐπερατώθη τό 1439. Τά πέντε λοιπόν αὐτά ἤ ἕξι χρόνια, μετά τήν παπική Σύνοδο, ἦτο ὁ ἅγιος ἀποτειχισμένος ἀπό ὅλους ὅσους ὑπέγραψαν καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦσαν. Ἐπί πλέον δέ ἔγινε, τά τελευταῖα αὐτά χρόνια τῆς ζωῆς του, ὁ ἀρχηγός τῶν ἀνθενωτικῶν μέ τούς ἀγῶνες του καί διέσωσε τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν λατινική ὑποταγή.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι τήν ἐποχή ἐκείνη τοῦ ἁγίου ἦταν πολύ πιό εὐαίσθητοι στά θέματα τῆς πίστεως ἀπό τούς Ὀρθοδόξους τῆς ἐποχῆς μας. Διά τοῦτο, ὡς ἀπό ἐνστίκτου θά λέγαμε, ἀπετειχίζοντο ἀπό τούς ἑνωτικούς καί λατινόφρονες Ἐπισκόπους καί κληρικούς. Ὁ ἅγ. Μᾶρκος σέ ἐπιστολή του ἀπό τήν Λῆμνο ὅπου ἦτο ἐξόριστος, πρός τόν ἱερομόναχο Θεοφάνη εἰς τόν Εὔριπον περιγράφει αὐτήν τήν ἀποτείχισι: «Διαπεράσας οὖν εἰς τήν Καλλίπολιν καί διερχόμενος διά τῆς Λήμνου ἐκρατήθην ἐνταῦθα καί περιωρίσθην παρά τοῦ βασιλέως. Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ θεοῦ καί ἡ τῆς ἀληθείας δύναμις οὐ δέδεται, τρέχει δέ μᾶλλον καί εὐοδοῦται • καί οἱ πλείονες τῶν ἀδελφῶν τῇ ἐμῇ ἐξορίᾳ θαρροῦντες βάλλουσι τοῖς ἐλέγχοις τούς ἀλιτηρίους καί παραβάτας τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῶν πατρικῶν θεσμῶν, καί ἐλαύνουσι πανταχόθεν αὐτούς ὡς καθάρματα, μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύειν ὅλων αὐτῶν ὡς Χριστιανῶν» (Σπ. Π. Λάμπρου, Παλαιολόγεια καί Πελοποννησιακά, τόμ. Α΄, σελ. 21).
Βλέπομε ἐδῶ ὅτι ἡ ἐξορία τοῦ ἁγίου ἔγινε αἰτία ἐξεγέρσεως καί ἀποτειχίσεως πολλῶν κληρικῶν, ἀπό τούς λατινόφρονες Ἐπισκόπους. Ἡ ἀποτείχισις εἶχε πάντοτε ὡς γνώρισμα τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί τῆς μνημονεύσεως «μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύειν ὅλων αὐτῶν ὡς Χριστιανῶν».
Ἐν συνεχείᾳ στήν ἴδια ἐπιστολή ὁ ἅγιος καθοδηγεῖ τόν ἱερομόναχο Θεοφάνη πῶς νά ἀντιμετωπίση τόν νεοχειροτονηθέντα λατινόφρονα Ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν στόν ὁποῖο προφανῶς ὑπήγετο ὁ Θεοφάνης: «Μανθάνω δέ, ὅτι ἐχειροτονήθη παρά τῶν λατινοφρόνων μητροπολίτης Ἀθηνῶν κοπελύδριον τι τοῦ Μονεμβασίας, ὅπερ αὐτόθι διάγον συλλειτουργεῖ τοῖς Λατίνοις ἀδιακρίτως καί χειροτονεῖ παρανόμως ὅσους ἄν εὕρῃ καί οἵους. Ἀξιῶ οὖν τήν ἁγιωσύνην σου, ἵνα, τόν ὑπέρ τοῦ θεοῦ ζῆλον ἀναλαβών ὡς ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ καί τῆς ἀληθείας φίλος καί τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου γνήσιος μαθητής, παραινέσῃς τοῖς τοῦ θεοῦ ἱερεῦσιν ἐκφεύγειν ἅπασι τρόποις τήν κοινωνίαν αὐτοῦ, καί μήτε συλλειτουργεῖν αὐτῷ μήτε μνηνονεύειν ὅλως αὐτοῦ, μήτε ἀρχιερέα τοῦτον, ἀλλά λύκον καί μισθωτόν ἡγεῖσθαι, μήτε λειτουργεῖν ὅλως ἐν ταῖς λατινικαῖς ἐκκλησίαις, ἵνα μή ἔλθῃ καί ἐφ’ ὑμᾶς ἡ ἐπελθοῦσα ὀργή τοῦ θεοῦ τῇ Κωνσταντινουπόλει διά τάς ἐκεῖ γινομένας παρανομίας» (ὅπ. ἀν., σελ. 21-22).
Ἡ προτροπή τοῦ ἁγίου εἶναι πλήρης ἀποτείχισις ἀπό τόν λατινόφρονα Ἐπίσκοπο «ἐκφεύγειν ἅπασι τρόποις τήν κοινωνία αὐτοῦ, καί μήτε συλλειτουργεῖν αὐτῷ μήτε μνηνονεύειν ὅλως αὐτοῦ, μήτε ἀρχιερέα τοῦτον, ἀλλά λύκον καί μισθωτόν ἡγεῖσθαι». Ἡ ἔκφρασις τοῦ ἁγίου ἐν συνεχείᾳ «μήτε λειτουργεῖν ὅλως ἐν ταῖς λατινικαῖς ἐκκλησίαις» ἴσως νά ἐννοῆ νά μή λειτουργοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι στίς ἐκκλησίες τῶν λατινοφρόνων καί ἑνωτικῶν, ἤ σέ αὐτές πού εἶχαν καταλάβει διά τῆς βίας οἱ Λατίνοι.
Στήν ἴδια ἐπίσης ἐπιστολή περιγράφει ὁ ἅγιος πῶς συμπεριφέροντο οἱ μοναχοί στόν λατινόφρονα Ἐπίσκοπο Μονεμβασίας: «Ὁ γοῦν καλόγηρος τοῦ ὑμετέρου μισθωτοῦ καί οὐχί ποιμένος, ὁ ἄνους Μονεμβασίας λαβών παρά τοῦ βασιλέως τό τοῦ Προδρόμου ἡγουμενεῖον, οὔτε μνημονεύεται παρά τῶν καλογήρων αὐτοῦ, οὔτε θυμιᾶται ὅλως ὡς Χριστιανός, ἀλλ’ ἔχουσιν αὐτόν εἰς τά πράγματα μόνον ὥσπερ τινά κούσουλον» (ὅπ. ἀν., σελ. 22). Τόν Λατινόφρονα Ἐπίσκοπο λοιπόν αὐτόν δέν τόν ἀντιμετώπιζον κἄν ὡς χριστιανόν οἱ μοναχοί τῆς περιφερείας του. Ἡ λέξις «καλόγηρος» πού χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος ἴσως σημαίνει εἰρωνικά τόν γέροντα, τόν καθοδηγητή • καί ἡ λέξις «κούσουλον» εἶναι ἴσως ἰδιωματισμός τῆς ἐποχῆς τοῦ ἁγίου καί ἑρμηνεύεται ἀπό τά συμφραζόμενα ὡς κάτι παραπεταμένο καί ἀπομονωμένο.
Εἰς τό τέλος τῆς ἐπιστολῆς ὁ ἅγιος δίδει πάλι ὁδηγίες σχετικές μέ τήν μνημόνευσι τῶν Λατινοφρόνων: «Φεύγετε οὖν καί ὑμεῖς, ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἴδε ἐγώ Μᾶρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως ἔνοχός ἐστι πάντα τόν λατινισμόν ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων, καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (ὅπ. ἀν., σελ. 22).
Ἡ ἀποτείχισις διά τόν ἅγιο ἦτο ἡ ἀσφαλής ὁδός ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί διδάσκει ὅτι αὐτός πού κάνει συγκατάβασιν εἰς τά τῆς πίστεως θά κριθῆ ὅπως ὁ αἱρετικός «καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται».
Τά ἴδια περίπου γράφει ὁ ἅγιος διά τά θέματα τῆς πίστεως, μαζί μέ ἄλλες συμβουλές πρός τόν ἡγούμενο τῆς μονῆς Βατοπεδίου: «Οὐδείς κυριεύει τῆς πίστεως, οὐ βασιλεύς, οὐκ ἀρχιερεύς, οὐ ψευδής σύνοδος, οὐκ ἄλλος οὐδείς, ὅτι μή θεός μόνον ὁ ταύτην ἡμῖν παραδούς δι’ ἑαυτοῦ καί τῶν αὐτοῦ μαθητῶν» (ὅπ. ἀν. Πρός τόν καθηγούμενον τῆς ἐν Ἁγίῳ ὄρει μονῆς Βατοπεδίου, σελ. 25). Διά τά θέματα τῆς πίστεως ἀναφέρει δέν κάνομε ὑπακοή οὔτε στόν Ἀρχιερέα, οὔτε στή Σύνοδο, ἀλλά στόν Χριστό καί τούς Ἀποστόλους. Στήν ἴδια δέ ἐπιστολή ἀναφέρει πρός τόν ἡγούμενο: «Φεύγετε οὖν, ἀδελφοί, τούς τῆς λατινικῆς καινοτομίας εἰσηγητάς καί βεβαιωτάς καί τῇ ἀγάπῃ πρός ἀλλήλους συνδεδεμένοι ἕν σῶμα καί ἕν πνεῦμα, σύμψυχοι, τό ἕν φρονοῦντες, συνάγεσθε πρός τήν μίαν ἡμῶν κεφαλήν, τόν Χριστόν...» (ὅπ. ἀν. σελ. 26).  Οἱ εἰσηγητές καί βεβαιωτές τῆς λατινικῆς καινοτομίας, πού ἀναφέρει ὁ ἅγιος, εἶναι οἱ λατινόφρονες «Ὀρθόδοξοι», οἱ ὁποῖοι χάριν ὑποσχέσεων ψευδῶν καί ἀπατηλῶν ὑπετάγησαν εἰς τόν Πάπα.
Ἀπό ὅλους αὐτούς λοιπόν, μετά τήν ἐπάνοδο στήν Κωνστατινούπολι, ὁ ἅγιος ἀπετειχίσθη. Αὐτό τό ἀναφέρει πολύ καθαρά σέ διακήρυξί του ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλο: «Ἔκθεσις τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Ἐφέσου, τίνι τρόπῳ ἐδέξατο τό τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα καί δήλωσις τῆς Συνόδου τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ γενομένης». Εἰς τό τέλος αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς:
«Ἐντεῦθεν οἱ μέν τά ἑαυτῶν ἔπραξαν καί πρός τήν συνθήκην τοῦ ὅρου καί τά λοιπά τῆς ἑνώσεως ἔβλεψαν • ἐγώ δέ χωρισθείς αὐτῶν ἔκτοτε καί ἐμαυτῷ σχολάσας, ἵνα τοῖς ἁγίοις μου πατράσι καί διδασκάλοις διατελῶ συνημμένος, πᾶσι καταφανῆ ποιῶ τήν ἑμαυτοῦ γνώμην διά τῆσδε μου τῆς γραφῆς, ὡς ἄν ἐξῇ δοκιμάζειν τῷ βουλομένῳ, πότερον ὑγιέσι δόγμασι χαίρων, ἤ διεστραμμένοις τισί τήν γεγενημένην ἕνωσιν οὐ παρεδεξάμην» (Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, τόμ. Α΄, σελ. 384).
Ἐδῶ μπορεῖ νά διακρίνη κανείς τό ἀξιομίμητο θυσιαστικό καί ἡρωϊκό φρόνημα τοῦ ἁγίου, πού προβάλλεται φοβερό στά μάτια τῶν συγχρόνων πιστῶν. Προέβη στήν ἀποτείχισι διά νά μείνη ἑνωμένος μέ τούς ἁγίους «ἐγώ δέ χωρισθείς αὐτῶν ἔκτοτε καί ἐμαυτῷ σχολάσας, ἵνα τοῖς ἁγίοις μου πατράσι καί διδασκάλοις διατελῶ συνημμένος». Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά εἶσαι μέ τούς ἁγίους καί συγχρόνως νά ἐπικοινωνῆς ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς.
Ἀπό τό ἀκροτελεύτιο αὐτό τμῆμα τῆς ἐκθέσεως φαίνεται ὅτι ἡ ὅλη ἔκθεσις καί διακήρυξις ἦτο συγχρόνως καί μία δήλωσις ἀποτειχίσεως «πᾶσι καταφανῆ ποιῶ τήν ἑμαυτοῦ γνώμη διά τῆσδε μου τῆς γραφῆς». Δηλαδή ὁ ἅγιος ἐδήλωνε δημοσίως καί ἀπεριφράστως τήν ἀποτείχισί του πρός πᾶσαν
κατεύθυνσι. Καί βεβαίως ὅλα αὐτά ἐγίνοντο, τότε πού ὅλα ἐστοίχιζαν, ἐνῶ σήμερα ἀρκούμεθα μόνον στήν διά λόγων καί ἐγγράφων διαμαρτυρία καί καταγγελία τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία δέν μᾶς κοστίζει εἰς τό ἐλάχιστο.
Τήν ἴδια περίπου ἔννοια ἔχει καί ἡ ἐγκύκλιος τοῦ ἁγίου πού ἐπιγράφεται «Τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθοδόξοις Μᾶρκος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφεσίων Μητροπόλεως ἐν Κυρίῳ χαίρειν». Εἰς αὐτήν τήν ἐγκύκλιον ἐνημερώνει ὁ ἅγιος τούς παραλῆπτες διά τίς αἱρέσεις τῶν
Παπικῶν. Τίς αἱρέσεις τίς συνοψίζει σέ πέντε: 1) Ἡ προσθήκη εἰς τό Σύμβολον τῆς πίστεως, 2) ἡ περί κτιστῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, 3) τό καθαρτήριον πῦρ, 4) ἡ μετά ἀζύμου ἄρτου τέλεσις τῆς Λειτουργίας καί 5) τό πρωτεῖον ἐξουσίας ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πάπα.
Εἰς τό τέλος λοιπόν αὐτῆς τῆς ἐγκυκλίου, ἀναφερόμενος στούς «Ὀρθοδόξους» ἑνωτικούς καί λατινόφρονες, οἱ ὁποῖοι ἀπεδέχοντο τήν ἕνωσι μέ τούς Παπικούς, λέγει τά ἑξῆς: «Φεύγετε οὖν αὐτούς, ἀδελφοί, καί τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν • οἱ γάρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ. Καί οὐ θαυμαστόν • αὐτός γάρ ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός. Οὐ θαῦμα οὖν, εἰ καί οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τό τέλος ἔσται κατά τά ἔργα αὐτῶν. Καί πάλιν ἀλλαχοῦ περί τῶν αὐτῶν ὁ αὐτός ἀπόστολος • Οἱ τοιοῦτοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ οὐ δουλεύουσιν, ἀλλά τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ, καί διά τῆς χρηστολογίας καί εὐλογίας ἐξαπατῶσι τάς καρδίας τῶν ἀκάκων» (ὅπ. ἀν., σελ. 266). Ἐδῶ πάλι ὁ ἅγιος διακηρύσσει τήν ἐκκλησιαστική ἀποτείχισι ἀπό τούς «Ὀρθοδόξους» λατινόφρονες. Ἀφοῦ δέ ἀναφέρει ἐν συνεχείᾳ πολλά ἁγιογραφικά χωρία πρός κατοχύρωσι καταλήγει: «Τούτων ὑμῖν ὑπό τῶν ἁγίων ἀποστόλων διωρισμένων, στήκετε κρατοῦντες τάς παραδόσεις, ἅς παρελάβετε, τάς τε ἐγγράφους καί τάς ἀγράφους, ἵνα μή τῇ τῶν ἀθέσμων πλάνῃ συναπαχθέντες ἐκπέσητε τοῦ ἰδίου στηριγμοῦ» (ὅπ. ἀν. σελ. 266).
Εἶναι ἀνάγκη ἀπό αὐτήν τήν ἐγκύκλιο τοῦ ἁγίου νά ἀναφέρωμε καί ἕνα τμῆμα τό ὁποῖο ἔχει σχέσι μέ τήν σημερινή ἐποχή, κατά τήν ὁποία οἱ Οἰκουμενιστές, ὅλοι ἀνεξαιρέτως, ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Παπικοί δέν εἶναι αἱρετικοί ἀλλά σχισματικοί. Ἐπειδή τότε τά ἴδια ἔλεγαν καί οἱ ἑνωτικοί Λατινόφρονες ὁ ἅγιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Τί ἔτι; “Οὐδέποτε, φησί, τούς Λατίνους ὡς αἱρετικούς εἴχομεν, ἀλλά μόνον σχισματικούς”. Τοῦτο μέν οὖν παρ’ αὐτῶν ἐκείνων εἰλήφασι σχισματικούς γάρ ἡμᾶς ἐκεῖνοι καλοῦσι, οὐδέν ἡμῖν ἐγκαλεῖν ἔχοντες περί τήν ἡμετέραν δόξαν, ἀλλ’ ὅτι τῆς ὑποταγῆς αὐτῶν ἀπεσχίσθημεν, ἥν ὠφείλομεν, ὡς ἐκεῖνοι νομίζουσιν. Εἰ δέ καί ἡμᾶς τοῦτον δίκαιον ἐκείνοις ἀντιχαρίζεσθαι καί οὐδέν αὐτοῖς ἐγκαλοῦμεν περί τήν δόξαν, σκεπτέον. Τήν μέν οὖν αἰτίαν τοῦ σχίσματος ἐκεῖνοι δεδώκασι, τήν προσθήκην ἐξενεγκόντες ἀναφανδόν, ἥν ὑπ’ ὀδόντα πρότερον ἔλεγον • ἡμεῖς δέ αὐτῶν ἐσχίσθημεν πρότεροι, μᾶλλον δέ ἐσχίσαμεν αὐτούς καί ἀπεκόψαμεν τοῦ κοινοῦ τῆς Ἐκκλησίας σώματος. Διά τί, εἶπέ μοι; Πότερον ὡς ὀρθήν ἔχοντας δόξαν, ἤ ὀρθῶς τήν προσθήκην ἐξενεγκόντας; Καί τίς ἄν τοῦτο εἴποι, μή σφόδρα τόν ἐγκέφαλον διασεσεισμένος; ἀλλ’ ὡς ἄτοπα καί δυσσεβῆ φρονοῦντας καί παραλόγως τήν προσθήκην ποιήσαντας. Οὐκοῦν ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεστράφημεν, καί διά τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν. Διά τί γάρ ἄλλο; Φασί γάρ οἱ φιλευσεβεῖς νόμοι • “Αἱρετικός ἐστι καί τοῖς κατά τῶν αἱρετικῶν νόμοις ὑπόκειται ὁ καί μικρόν γοῦν τι παρεκκλίνων τῆς ὀρθῆς πίστεως”. Εἰ μέν οὖν οὐδέν τι παρεκκλίνουσιν οἱ Λατῖνοι τῆς ὀρθῆς πίστεως, μάτην αὐτούς ὡς ἔοικεν ἀπεκόψαμεν • εἰ δέ παρεκκλίνουσιν ὅλως, καί ταῦτα περί τήν θεολογίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἰς ὅ βλασφημῆσαι κινδύνων ὁ χαλεπώτατος, αἱρετικοί εἰσιν ἄρα, καί ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεκόψαμεν. Διά τί δέ καί χρίομεν τῷ μύρῳ τούς ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσιόντας; Οὐκ εὔδηλον ὡς αἱρετικούς ὄντας;...» (ὅπ. ἀν., σελ. 248). Ὁ ἅγιος λοιπόν ξεκαθαρίζει τά πράγματα καί δηλώνει ἀπερίφραστα ὅτι τό σχίσμα ἔγινε διά νά ἀποκοποῦν οἱ αἱρετικοί ἀπό τό ὑγιές μέρος τῆς Ἐκκλησίας.
ΤΗΝ ΙΔΙΑΝ ΣΤΑΣΗΝ ΚΡΑΤΗΣΕ ΚΑΙ Ο ΑΟΙΔΗΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΑΡΠΑΘΑΚΗΣ , Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΤΑΣΗΝ ΤΟΥ ΔΙΕΦΥΛΑΞΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΟΝΤΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΚΑΜΙΑΝ ΣΧΕΣΗΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΠΛΕΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ!!!

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

3586 - Από τη ζωή του Γέροντα Αρσένιου του Σπηλαιώτη

3586 - Από τη ζωή του Γέροντα Αρσένιου του Σπηλαιώτη

Μια μέρα στο Μοναστήρι μας, όπου ο παππούς διήνυσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ένας αδελφός του είπε:
- Παππού, έκαμα τις μετάνοιές μου, αλλά έπαθα υπερκόπωσιν.
- Πόσες μετάνοιες έκαμες;
- Εκατόν πενήντα.
Γυρίζει σε λίγο ο παππούς και λέγει: «Μωρέ, έκαμε 150 μετάνοιες κι έπαθεν υπερκόπωσιν!». Το ‘λεγε με όλην του την απλότητα και εθαύμαζε.
Επειδή έτυχε να συναθροισθούν μερικοί νέοι εκεί, βρήκα την ευκαιρία και τον ερώτησα για να ωφεληθούμε.
- Εσείς, παππού, πόσες μετάνοιες εκάμνατε;
- Εμείς όταν ήμασταν νέοι βγάζαμε μέχρι 3000 μετάνοιες και τα κομποσχοίνια τα τραβούσα όλη νύχτα με σταυρούς. Μια φορά, όμως, επιάστηκεν ο ώμος μου και το ‘πα στον Γέροντα. Από τότε μ’ έβαλε να κάμνω δίχως σταυρούς τα κομποσχοίνια, εκτός βέβαια αυτά που υποχρεώνει ο καθημερινός μας κανόνας.
- Αν είναι ευλογημένο, πέστε μας λίγα λόγια από τους αγώνες σας με τον Γέροντα.
- Τα πρώτα χρονιά στον Άη-Βασίλη, αφού θάψαμε το γεροντάκι μας, αγωνιζόμασταν οι δυο μας, αλλά ο καθένας ξεχωριστά στο κελλάκι του.
Με πρωτοβουλίαν του Γέροντα δοκιμάσαμε όλους τους τρόπους αγρυπνίας που γράφουν οι άγιοι πατέρες. Για ένα μεγάλο διάστημα, στο κρεββάτι ποτέ δεν ξαπλώσαμε. Η αγρυπνία μας ξεκινούσε από το απόγευμα και τελείωνε το πρωί με το φως του ήλιου.
Όταν πια ξημέρωνε, κουρασμένοι, παϊλντισμένοι, καθόμασταν στο στασίδι ή σ’ ένα σκαμνί, για ν’ αποδώσουμε τον απαιτούμενο φόρον στο σαρκίον, πριν ξεκινήσουμε για το εργόχειρο. Όσο για φαγητό τρώγαμε πάντοτε, όλον τον χρόνον μια φορά την ημέραν, κυρίως παξιμάδι ή ψωμί, αν τύχαινε, και ό,τι άλλο πρόχειρο χωρίς λάδι, εκτός Σαββατοκύριακο.
Την ημέραν δουλεύσαμε εργόχειρο, εγώ όμως περισσότερο εφρόντιζα για τις εξωτερικές ανάγκες του κελλιού και συγχρόνως ασταμάτητα λέγαμε το “Κύριε Ιησού Χριστέ…” . Η αργολογία για τον Γέροντα ήταν θανάσιμο αμάρτημα”.
- Αμάν, Γέροντα, έτσι που μας λέτε εμείς θα κολασθούμε.
- Όχι, δεν είναι έτσι. Μη κοιτάτε εμάς. Εσείς δυό πράματα αν κάμετε, ο Χριστός όλους μαζί θα μας βάλη . Υπακοή και τα πνευματικά σας∙ όσο για μετάνοιες, όσες κρίνει ο Γέροντας για τον καθένα κατά δύναμιν.
Ακόμα θα σας πω άλλα δυό πράματα. Προσέχετε όσο μπορείτε την γλώσσαν∙ όχι ν’ αργολογή και να κατακρίνη, αλλά σαν υπηρετάτε, να λέτε συνέχειαν την ευχήν. Είναι δύσκολα αυτά τα πράγματα;
- Όχι, Γέροντα.
- Άντε στην ευχή μου κι αν εφαρμόσετε αυτά, ο Χριστός όλους μαζί θα μας βάλη. Ο άγγελος ο φύλακας, μπροστά σας πορεύεται.
Ο λόγος του Γέροντος Αρσενίου καρπός εμπειρίας
Εκείνο που διαπιστώσαμε όσοι εζήσαμε κοντά στον παππού είναι ότι, επειδή αυτά τα απλά που μας εδίδασκε δεν ήσαν απλώς λόγια διανοητικά, αλλά κάτι που εφάρμοζε και το ζούσε, γι’ αυτό κι εύκολα μετέδιδε από το περίσσευμά του και σ’ εμάς.
Όταν ο π. Π. πρωτοήλθε ως δόκιμος στο Μπουραζέρι, τον έπιασαν οι λογισμοί σε τέτοιον βαθμόν, ώστε στην αγρυπνία δεν μπορούσε να πη την ευχήν. Τρέχει στον παππούν και ζητά βοήθεια∙ και ο παππούς του απαντά: «Μη στεναχωριέσαι∙ θα κάνω κι εγώ προσευχή και απόψε δεν θα ‘χης λογισμούς». Πράγματι, όπως διαβεβαίωσε ο αδελφός, εκείνη την νύκτα ούτε ένας λογισμός δεν πλησίασε, σε βαθμόν ώστε να θαυμάζη για την τόσην δύναμιν της προσευχής του παππού. Όταν σήμανε πια την καθιερωμένη Θ. Λειτουργία τρέχει ο δόκιμος να ευχαριστήση τον παππούν. Και αυτός με απλότητα του απαντά: «Γι’ αυτό, απόψε μου τους έστειλες όλους εμένα!».
Άλλος αδελφός βρέθηκε κάποτε σ’ ένα απρόοπτον πειρασμόν από μιαν παρεξήγησιν και τον έκλεισαν στο αστυνομικό τμήμα δυο βραδυές. Προ της μεγάλης εκείνης ανάγκης επικαλέστηκε από ψυχής την ευχήν του παππού. «Τότε- λέει- άναψε μέσα μου αμέσως μια φλόγα, σε σημείον ώστε επί δύο εικοσιτετράωρα ούτε έφαγα, ούτε ήπια, ούτε κάθισα, ούτε κοιμήθηκα, αλλά σαν δύο ξύλα τα πόδια μου με κρατούσαν όρθιο και προσευχόμενο αδιαλείπτως».
Αυτό, διαβεβαιώνει ο αδελφός, ήταν ένα μεγάλο δώρο του παππού. Έδειξε λίγο στα τέκνα του εκείνο που είχε όταν βρισκόταν ακόμα σ’ αυτήν την ζωήν.
Παρ’ όλα αυτά, συγκρίνοντας τον εαυτόν του με τον μεγάλον Γέροντα έβλεπε, από ταπεινοφροσύνη, πολύ χαμηλά τον εαυτό του.
Από το βιβλίο: Ιωσήφ Μ.Δ. «Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1886-1983) Συνασκητής Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού» Δ΄ΕΚΔΟΣΙΣ

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ>ΟΡΙΣΜΟΣ>Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΪΟ>ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ>ΟΡΙΣΜΟΣ>Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΪΟ>ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ 




 Το Άγιο Πνεύμα
ΟΡΙΣΜΟΣ
Το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το οποίο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Είναι ομοούσιο με τα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού και κατά το Σύμβολο της Πίστεως «συνπροσκυνείται και συνδοξάζεται» με τον Πατέρα και με τον Υιό, ίσο κατά τη λατρεία και την τιμή. Στα χωρία της Αγίας Γραφής αποκαλείται ως «Παράκλητος», ο οποίος θα έλθει να αντικαταστήσει τον απερχόμενο ήδη Κύριο.
Ο Ιησούς αναφέρει πως η βλασφημία προς το Άγιο Πνεύμα αποτελεί ασυγχώρητο αμάρτημα. Στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, το Άγιο Πνεύμα παρουσιάζεται να ερευνά τα βάθη του Θεού, να διαιρεί και να ενεργεί τα χαρίσματα στα μέλη της Εκκλησίας, να κατοικεί μέσα μας έχοντας ως ναό το σώμα μας, να μας αναγεννά και να μιλά μέσω των προφητών και των θεόπνευστων ανδρών. Η διδασκαλία περί του Αγίου Πνεύματος κηρύχτηκε από την Εκκλησία από τα αποστολικά ακόμα έτη, αλλά έλαβε οριστική διατύπωση κατά την εποχή της Α΄ και Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, όταν και είχαν ανακύψει οι αμφισβητήσεις περί της Θεότητας του Αγίου Πνεύματος, υπό των πνευματομάχων, ιδίως δε των Ανομοίων και των Μακεδονιανών.
Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΪΟ
Το Άγιο Πνεύμα "εκπορεύεται αϊδίως εκ του Πατρός", και αποστέλλεται από τον Υιό, κατά Θεία οικονομία, στον κόσμο τελειώνοντας το έργο της απολυτρώσεως, όπως ρητά αναφέρεται στο Ιωάννη 15,26. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, μόνο "ο Πατήρ αιτία εστί...του Πνεύματος", και όχι και ο Υιός, όπως δογμάτισαν οι Ρωμαιοκαθολικοί με το Φιλιόκβε (Filioque).
Το Άγιο Πνεύμα έχει την αιτιατή αρχή του στον Πατέρα, με διαφορετικό τρόπο απ' ότι ο Υιός. Έτσι ο Υιός γεννάται προαιωνίως από τον Πατέρα, ενώ το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται προαιωνίως από τον Πατέρα. Αυτά αποτελούν και τα λεγόμενα υποστατικά ιδιώματα τους, δηλαδή οι μη κοινές ιδιότητες που έχουν οι υποστάσεις της Τριάδας.
ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ 
Το Άγιο Πνεύμα είναι η πηγή της αλήθειας. Ο Ιησούς αναφέρει στην Αγία Γραφή: "και εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα και θα σας δώσει έναν άλλον Παράκλητο, για να μένει μαζί σας στον αιώνα, το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο ο κόσμος δεν μπορεί να λάβει, επειδή δεν το βλέπει ούτε το γνωρίζει. Εσείς όμως το γνωρίζετε, επειδή μένει μαζί σας και θα είναι μέσα σας" (Ιωάννης 14, 16-17).
Η αποδοχή του Αγίου Πνεύματος αναφέρεται ως αναγέννηση. Ο Ιησούς αναφέρει στην Αγία Γραφή: "Σε διαβεβαιώνω απόλυτα πως αν κάποιος δεν γεννηθεί από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού. Εκείνο που έχει γεννηθεί από τη σάρκα είναι σάρκα κι εκείνο που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι Πνεύμα. Μην θαυμάσεις ότι σου είπα. Πρέπει να γεννηθείτε από επάνω" (Ιωάννης 3, 5-7).
Για να λάβουμε το Άγιο Πνεύμα, πρώτα να το ζητήσουμε και μετά να υπακούσουμε στην καθοδήγησή Του. Ο Ιησούς αναφέρει στην Αγία Γραφή: "Αν λοιπόν εσείς που είστε πονηροί ξέρετε να δίνετε καλές δόσεις στα παιδιά σας, πόσο μάλλον ο Πατέρας ο ουράνιος θα δώσει Πνεύμα Άγιο σ’ εκείνους που ζητούν απ’ αυτόν;" (Λουκάς 11,13). Το εδάφιο Πράξεις 5,32 αναφέρει: "Κι εμείς είμαστε μάρτυρές του για τούτα τα λόγια κι ακόμα το Άγιο Πνεύμα που ο Θεός έδωσε σε όσους πειθαρχούν σ’ αυτόν."
Το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν σε περιόδους δυσκολίας. Η Αγία Γραφή αναφέρει: "Και όταν σας παραδίνουν, μην μεριμνήσετε πως ή τι θα μιλήσετε, για τον λόγο ότι κατά την ώρα εκείνη θα σας δοθεί τι πρέπει να μιλήσετε. Επειδή δεν είστε εσείς που μιλάτε, αλλά το Πνεύμα του Πατέρα σας που μιλάει μέσα από εσάς" (Ματθαίος 10, 19-20).
Το Άγιο Πνεύμα μας βοηθά να λατρέψουμε το Θεό. Η Αγία Γραφή αναφέρει: "Όμως, έρχεται ώρα, και ήδη είναι, όταν οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με πνεύμα και με αλήθεια· επειδή ο Πατέρας τέτοιου είδους ζητάει να είναι εκείνοι που τον προσκυνούν. Ο Θεός είναι πνεύμα, κι εκείνοι που τον προσκυνούν με πνεύμα και με αλήθεια πρέπει να τον προσκυνούν" (Ιωάννης 4, 23-24)
Το Άγιο Πνεύμα δίνει τη δυνατότητα να μιλήσουμε για πνευματικά θέματα με δύναμη. Η Αγία Γραφή αναφέρει: "Αλλά θα πάρετε δύναμη, όταν έρθει επάνω σας το Άγιο Πνεύμα. Και θα είστε μάρτυρες σε μένα και στην Ιερουσαλήμ και σε ολόκληρη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια και μέχρι το τελευταίο άκρο της γης" (Πράξεις 1,8).